Με τη χονδρεμπορική αγορά να τερματίζει τον Σεπτέμβριο σε σαφώς υψηλότερη τιμή, οι ανακοινώσεις των προμηθευτών για τα πράσινα τιμολόγια του Οκτωβρίου, μεθαύριο Πέμπτη 1η Οκτωβρίου, αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η μέση τιμή της αγοράς έχει διαμορφωθεί στις πρώτες 28 ημέρες του μήνα στα 157,92 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 133,4 ευρώ τον Αύγουστο, καταγράφοντας αύξηση 18,4%. Σε σχέση με τον Ιούλιο, όταν η μέση τιμή ήταν 109,95 ευρώ, η άνοδος φθάνει το 43,6%.
Το μήνυμα για τους προμηθευτές έγινε ακόμη πιο ηχηρό την περασμένη εβδομάδα, όταν η ημερήσια μέση τιμή της χονδρεμπορικής σκαρφάλωσε πάνω από τα 213 ευρώ ανά μεγαβατώρα, που είναι το υψηλότερο επίπεδο του έτους. Η κορύφωση αυτή ήρθε στο πλέον κρίσιμο σημείο του μήνα για τη διαμόρφωση των κυμαινόμενων χρεώσεων, περιορίζοντας τα περιθώρια απορρόφησης του κόστους.
Παρότι τις τελευταίες ημέρες καταγράφεται μια πρόσκαιρη αποκλιμάκωση, τα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς δεν προδιαγράφουν επιστροφή στην ομαλότητα, διατηρώντας υψηλό το ρίσκο για την πορεία των τιμών το επόμενο διάστημα.
Για σήμερα Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου, η τιμή της χονδρεμπορικής υποχωρεί σχεδόν στα 122 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καθώς οι ΑΠΕ κυριαρχούν στο ενεργειακό μείγμα με ποσοστό 64,21%, ενώ η συμμετοχή του φυσικού αερίου περιορίζεται στο 19%. Η αποκλιμάκωση, στην εκπνοή του μήνα, δίνει μια πρόσκαιρη ανάσα στην αγορά, χωρίς όμως να ανατρέπει τη συνολική εικόνα ενός Σεπτεμβρίου που κινήθηκε σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τον Αύγουστο.
Η απορρόφηση κόστους συναντά τα όριά της
Η τιμή της χονδρεμπορικής ασκεί πλέον ασφυκτική πίεση στις εταιρείες προμήθειας. Αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο για όλες. Οι ανακοινώσεις του Σεπτεμβρίου έδειξαν ότι, ακόμη και όταν το κόστος προμήθειας ανεβαίνει απότομα, η μετακύλιση στη λιανική δεν είναι αυτόματη. Οι μεγάλοι πάροχοι απορρόφησαν μέρος των ανατιμήσεων με τη μέση χρέωση των πράσινων να αυξάνεται περίπου κατά 7%. Αυτή η μερική απορρόφηση του κόστους είναι ο λόγος για τον οποίο οι τιμές της Πέμπτης δεν μπορούν να προεξοφληθούν με μια απλή αναλογία προς τη χονδρεμπορική.
Ωστόσο, η νέα αύξηση του κόστους προμήθειας κατά 18,4% μέσα στον Σεπτέμβριο έρχεται αμέσως μετά την προηγούμενη ανατίμηση και αφήνει λιγότερο χώρο για επανάληψη της ίδιας πολιτικής. Εάν οι προμηθευτές επιλέξουν να απορροφήσουν ξανά σημαντικό μέρος της αύξησης, οι αναπροσαρμογές μπορεί να παραμείνουν πιο συγκρατημένες. Εάν, όμως, μετακυλήσουν μεγαλύτερο κομμάτι της, η μέση χρέωση των πράσινων, που ήδη βρίσκεται στα 20,7 λεπτά, μπορεί να κινηθεί αισθητά υψηλότερα.
Η πίεση είναι εντονότερη στις εταιρείες που είχαν διατηρήσει τις τιμές τους χαμηλές τον Σεπτέμβριο, σε αρκετές περιπτώσεις κάτω από τα 17 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Η εμπορική πολιτική τους θα δείξει αν θα επιχειρήσουν να προστατεύσουν αυτή τη θέση ή αν θα ακολουθήσουν τη γενικότερη ανοδική τάση. Μέχρι σήμερα, πάντως, η κυβέρνηση δεν δείχνει να προσανατολίζεται σε οριζόντια επιδότηση των λογαριασμών, παραπέμποντας τους καταναλωτές στις διαθέσιμες σταθερές επιλογές της αγοράς, οι οποίες όμως εμφανίζουν «ταβάνι».
Λόγω της ανάγκης hedging των τιμών η πόρτα για τους καταναλωτές δεν μπορεί να μείνει ανοιχτή όλο το χειμώνα. Ήδη η ΔΕΗ που διαθέτει το ελκυστικότερο σταθερό τιμολόγιο της αγοράς έχει ανακοινώσει ότι η χρέωση με τα 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα που τρέχει από αρχές του μήνα, θα είναι σε ισχύ έως τα τέλη Οκτωβρίου, πρακτικά δηλαδή για 30 ημέρες ακόμη αν δεν δοθεί νέα παράταση.
Η μεγάλη στροφή προς τα μπλε
Εκτιμάται ότι σήμερα οι καταναλωτές που απολαμβάνουν «κλειδωμένες» τιμές προσεγγίζουν τα 2 εκατομμύρια. Ήδη τον περασμένο Ιούνιο οι πελάτες των μπλε τιμολογίων είχαν φθάσει τους 1,879 εκατομμύρια, αντιστοιχώντας περίπου στο 32% της συνολικής πελατειακής βάσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές στα πράσινα τιμολόγια υπολογίζονται σε περίπου 3 εκατομμύρια. Το μέγεθος αυτό είναι πιθανό επίσης να έχει ήδη μεταβληθεί μετά τη ραγδαία διείσδυση των σταθερών προϊόντων, με βασικό καταλύτη την επιθετική τιμολογιακή πολιτική της ΔΕΗ.
Η σύγκριση δεν είναι πάντοτε ίδια καθώς οι όροι, τα πάγια και οι εκπτώσεις συνέπειας διαφέρουν. Ωστόσο, όσο οι κυμαινόμενες χρεώσεις ανεβαίνουν, τόσο περισσότεροι καταναλωτές θα εξετάζουν το ενδεχόμενο να επιλέξουν μπλε τιμολόγιο. Για τους προμηθευτές, το δίλημμα γίνεται οξύτερο καθώς έχουν να επιλέξουν μεταξύ να αυξήσουν τις πράσινες χρεώσεις ώστε να αντανακλούν το κόστος ή να κρατήσουν χαμηλότερες τιμές, με κίνδυνο να πιεστούν τα οικονομικά τους.
Η εκκρεμότητα της βιομηχανίας
Η άνοδος του ηλεκτρικού κόστους ανοίγει εκ νέου και την εκκρεμότητα της στήριξης της ενεργοβόρου βιομηχανίας, η οποία δεν αφορά μόνο την τιμή της χονδρεμπορικής αλλά το συνολικό κόστος με το οποίο επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις. Και ενώ η κυβέρνηση δείχνει να επεξεργάζεται σχέδια στήριξης, η διαφωνία αποτυπώθηκε και χθες δημόσια στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του υφυπουργού Ενέργειας, Νίκου Τσάφου, και του προέδρου της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνη Κοντολέοντα, με αφορμή τον ρόλο των μπαταριών και τη σύγκριση Ελλάδας και Βουλγαρίας. Ο Νίκος Τσάφος παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η μέση τιμή χονδρεμπορικής στην Ελλάδα το 2026 διαμορφώνεται στα 106 ευρώ ανά μεγαβατώρα, χαμηλότερα από τα 118 ευρώ της Βουλγαρίας και τα 126 ευρώ της Ρουμανίας. Υποστήριξε ότι η αύξηση των μπαταριών δεν συνεπάγεται αυτομάτως χαμηλότερες τιμές, καθώς η φόρτισή τους αυξάνει τη ζήτηση και, όταν δεν υπάρχει πλεονάζουσα φθηνή παραγωγή από ΑΠΕ, μπορεί να πιέσει προς τα πάνω τις μεσημεριανές τιμές.
Ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ αντέτεινε ότι για τη βιομηχανία το κρίσιμο μέγεθος είναι το τελικό κόστος. Σύμφωνα με τον ίδιο, στη Βουλγαρία το κόστος εξισορρόπησης κινείται περίπου στα 3 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν στην Ελλάδα φθάνει στα 25 ευρώ και στις δύο πρώτες εβδομάδες του Σεπτεμβρίου ξεπέρασε ακόμη και τα 35 ευρώ.
Ο Αντώνης Κοντολέων αμφισβητεί, παράλληλα, κατά πόσο οι μηδενικές τιμές στην Αγορά Επόμενης Ημέρας αποτυπώνουν το πραγματικό κόστος του συστήματος. Όπως υποστηρίζει, τις ίδιες ώρες μπορεί να αυξάνεται σημαντικά το κόστος εξισορρόπησης, λόγω των αμοιβών μονάδων που διατηρούνται σε λειτουργία για λόγους ασφάλειας του συστήματος, αλλά και των αποζημιώσεων που συνδέονται με τις περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ. Με άλλα λόγια, η μηδενική τιμή στη χονδρεμπορική δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη μηδενικό τελικό κόστος για τη βιομηχανία.
Το κόστος εξισορρόπησης είναι η δαπάνη για να διατηρείται το ηλεκτρικό σύστημα σε ισορροπία σε πραγματικό χρόνο, όταν η πραγματική παραγωγή ή κατανάλωση αποκλίνει από τον προγραμματισμό της προηγουμένης. Γι’ αυτό μπορεί να απαιτούνται εφεδρείες και παρεμβάσεις του ΑΔΜΗΕ για την ασφάλεια του δικτύου, ακόμη και όταν υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή από ΑΠΕ.
Ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ βάζει στο τραπέζι και τις άνω των 3 TWh παραγωγής ΑΠΕ που χάνονται μέσω περικοπών, επειδή δεν υπάρχει επαρκής δυνατότητα αποθήκευσης. Αυτή η ενέργεια, εφόσον μεταφερόταν στις ώρες αιχμής, θα μπορούσε να περιορίσει τη λειτουργία μονάδων φυσικού αερίου, τις εισαγωγές καυσίμου και τις εκπομπές.