
Πλήθος αντιδράσεων έχει προκαλέσει διάταξη του νομοσχεδίου για τις 100 δόσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών με την οποία τροποποιείται η παράγραφος ιγ΄ του άρθρου 23 του ΚΦΕ και με την οποία το υπουργείο Οικονομικών επιχειρεί να αντιμετωπίσει μεθόδους φοροδιαφυγής που γίνονται μέσω συναλλαγών με μη συνεργάσιμα κράτη.
Η διάταξη προβλέπει την επιβολή σε επιχειρήσεις φόρου 26% επί της δαπάνης για προμήθειες από χώρες με προνομιακό φορολογικό καθεστώς σε σχέση με την Ελλάδα (πχ Κύπρος, Βουλγαρία, Ιρλανδία), ο οποίος θα τους επιστρέφεται αζημίως σε διάστημα 12 μηνών εφόσον αποδειχθεί ότι η συναλλαγή ήταν πραγματική και όχι τριγωνική .
Η επίμαχη διάταξη βρίσκεται στο άρθρο 21 του νομοσχεδίου.
Ορίζει ότι «το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που εμπίπτει σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Είναι κατά το χρόνο έκδοσης του παραστατικού ή κατά το χρόνο διενέργειας της συναλλαγής φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο κατά την έννοια του άρθρου 65 του Κ.Φ.Ε.
(β) Είναι κατά το χρόνο έκδοσης του παραστατικού ή κατά το χρόνο διενέργειας της συναλλαγής φορολογικός κάτοικος σε κράτος που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς σύμφωνα με το άρθρο 65 του Κ.Φ.Ε.
(γ) Είναι συνδεόμενη, εν τοις πράγμασι εταιρεία, χωρίς να έχει συμμορφωθεί πριν τη διενέργεια της συναλλαγής ή την έκδοση του παραστατικού με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών (άρθρο 21 του ν. 4174/2013).
(δ) Δεν διαθέτει στην έδρα της ή σε συνδεδεμένη επιχείρηση την απαιτούμενη οργάνωση και υποδομή για τη διενέργεια – κατ΄ επάγγελμα- ομοειδών συναλλαγών, κατά συνήθεια και επάγγελμα με τη συναλλαγή για την οποία εκδόθηκε το παραστατικό.
Για τις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ ο φορολογούμενος οφείλει, προκειμένου να μην εμπίπτει στην μη έκπτωση της δαπάνης, και πριν τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, να προσκομίσει πλήρη απόδειξη ότι δεν συντρέχουν για τη συγκεκριμένη εταιρεία οι αναφερόμενες συνθήκες.
Για τις περιπτώσεις α΄, β΄, γ’ και δ’, προκειμένου ο φορολογούμενος να μην εμπίπτει στη μη έκπτωση της δαπάνης, θα πρέπει να καταβάλλει παρακρατούμενο φόρο που προκύπτει από τον ισχύον στην Ελλάδα φορολογικό συντελεστή φόρου εισοδήματος για επιχειρηματική δραστηριότητα επί το συνόλου της εν λόγω δαπάνης. Εφόσον εντός δωδεκαμήνου από τη συναλλαγή, ο φορολογούμενος, αποδείξει ότι πρόκειται περί συνήθους συναλλαγής σε τρέχουσες τιμές αγοράς, θα επιστρέφεται αζημίως για το Δημόσιο ο παρακρατηθείς φόρος στο φορολογούμενο.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται οι διαδικασίες για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης, και ειδικότερα η διαδικασία ελέγχου που προβλέπεται για τις περιπτώσεις γ’ και δ’ ανωτέρω».
Θεωρούμε ότι εφόσον περάσει η συγκεκριμένη διάταξη, θα δημιουργηθούν τεράστια προβλήματα στις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τέτοιου είδους συναλλαγές. Σε ένα ήδη επιβαρυμένο επιχειρηματικό περιβάλλον με τα γνωστά προβλήματα των τελευταίων ετών, η εν λόγω διάταξη όχι απλά μόνο καλό δεν κάνει αλλά δίνει την χαριστική βολή. Εκφράζουμε την εξής απλή απορία: οι εταιρείες εμπορίας πετρελαίου που δραστηριοποιούνται στην χώρα και οι οποίες πραγματοποιούν αγορές εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για αγορά πετρελαίου την τιμολόγηση των οποίων κάνουν εταιρείες με έδρα σε κράτος με προνομιακό φορολογικό συντελεστή (Κύπρος) πως θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην εν λόγω διάταξη; Με τι ρευστότητα θα καταφέρουν να «δανείσουν» τελικά το κράτος;
Ας επικρατήσει η κοινή λογική…..
Δε βρέθηκαν σχόλια
Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο μόνο αν είστε εγγεγραμμένος χρήστης. Εγγραφείτε ή συνδεθείτε