Το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στην Βουλή αναμένεται να ψηφιστεί εντός της τρέχουσας εβδομάδας επιφέρει ριζικές αλλαγές σε πολλά ασφαλιστικά θέματα του ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ, ΟΓΑ.
Στις προσεχείς αναρτήσεις θα αναφερθούμε αναλυτικά στις νέες διατάξεις.
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
«Ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2010 σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και με την κατάργηση της οδηγίας 96/34/EK και άλλες διατάξεις»
Άρθρο 1
(άρθρο 1 και 3 της οδηγίας)
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος είναι η ενσωμάτωση διατάξεων της Οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2010 σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια η οποία συνήφθη στις 18 Ιουνίου 2009 από τις διακλαδικές οργανώσεις των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων (BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC), ως προς τις απαιτήσεις του παραρτήματος της οδηγίας.
Άρθρο 2
(Ρήτρα 1 της συμφωνίας πλαισίου – Παράρτημα της Οδηγίας)
Πεδίο εφαρμογής
1. Οι παρούσες διατάξεις αφορούν τους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, που έχουν υποχρεώσεις προς εξαρτώμενα από αυτούς παιδιά και ορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διευκόλυνση της εναρμόνισης των γονεϊκών και επαγγελματικών τους ευθυνών, λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη ποικιλομορφία των οικογενειακών δομών.
2. Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται σε όλους τους εργαζόμενους που απασχολούνται στον ιδιωτικό, το δημόσιο τομέα, τους Ο.Τ.Α. και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή μορφή απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων μερικής απασχόλησης και ορισμένου χρόνου, των συμβάσεων ή σχέσεων μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, της έμμισθης εντολής, ανεξάρτητα από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών.
3. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, εναρμονίζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη ναυτική εργασία με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Άρθρο 3
(ρήτρες 2 έως 4 της συμφωνίας πλαισίου– Παράρτημα της Οδηγίας)
Γονική άδεια ανατροφής - Δικαιούχοι - Όροι και προϋποθέσεις
1. Ο εργαζόμενος γονέας έχει δικαίωμα γονικής άδειας ανατροφής του παιδιού μέχρις ότου συμπληρώσει την ηλικία των 6 ετών, με σκοπό την εκπλήρωση των ελάχιστων υποχρεώσεων ανατροφής προς αυτό.
2. Για τη χορήγηση της γονικής άδειας ανατροφής οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν συμπληρώσει ένα (1) χρόνο συνεχόμενης ή διακεκομμένης εργασίας στον ίδιο εργοδότη, εκτός αν ορίζεται ευνοϊκότερα από ειδική διάταξη.
3. Η γονική άδεια ανατροφής είναι άνευ αποδοχών, χορηγείται εγγράφως για περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών και αποτελεί ατομικό δικαίωμα κάθε γονέα, χωρίς δυνατότητα μεταβίβασης.
4. Η γονική άδεια ανατροφής χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά, με βάση σχετική αίτηση του εργαζόμενου, όπου διευκρινίζεται η έναρξη και η λήξη της. Η γονική άδεια ανατροφής χορηγείται από τον εργοδότη με βάση τη σειρά προτεραιότητας των απασχολούμενων στην επιχείρηση για κάθε ημερολογιακό έτος. Αιτήσεις χορήγησης γονικής άδειας γονέων παιδιών με αναπηρία ή με μακροχρόνια ή αιφνίδια ασθένεια και μονογονέων αντιμετωπίζονται με απόλυτη προτεραιότητα.
5. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων παιδιών, το δικαίωμα των γονέων είναι αυτοτελές για το καθένα από αυτά, εφόσον από τη λήξη της άδειας που δόθηκε για το προηγούμενο παιδί μεσολάβησε ένας (1) χρόνος πραγματικής απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη, εκτός αν ορίζεται ευνοϊκότερα από ειδική διάταξη.
6. Αν και οι δύο γονείς απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, αποφασίζουν με κοινή συμφωνία, κάθε φορά, ποιός από τους δύο θα κάνει πρώτος χρήση αυτού του δικαιώματος και για πόσο χρονικό διάστημα.
7. Σε περίπτωση θανάτου γονέα, ολική αφαίρεση της γονικής μέριμνας, ή μη αναγνώρισης τέκνου, η γονική άδεια ανατροφής της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου χορηγείται στο διπλάσιο στον άλλο γονέα. Σε περίπτωση διάστασης ή διαζυγίου το δικαίωμα είναι αυτοτελές για κάθε γονέα.
8. Τη γονική άδεια ανατροφής δικαιούται και ο εργαζόμενος ο οποίος υιοθετεί ή αναδέχεται τέκνο ηλικίας έως έξι (6) ετών. Η άδεια χορηγείται μετά την περαίωση της διαδικασίας υιοθεσίας ή αναδοχής, ενώ τμήμα αυτής μπορεί να χορηγείται, με αίτηση του εργαζόμενου και στο προ της ολοκλήρωσης των ως άνω διαδικασιών διάστημα. Το ανωτέρω δικαίωμα ισχύει μέχρι τα οκτώ (8) έτη του παιδιού, σε περίπτωση που η διαδικασία υιοθεσίας ή αναδοχής δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι την ηλικία των έξι (6) ετών αυτού.
Άρθρο 4
(ρήτρες 3 παρ. 3 και 7 της συμφωνίας πλαισίου– Παράρτημα της Οδηγίας)
Ειδικές γονικές άδειες
1. Στο φυσικό, θετό ή ανάδοχο γονέα παιδιού ηλικίας έως 18 ετών συμπληρωμένων, το οποίο πάσχει από νόσημα που απαιτεί μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του ή αιμοκάθαρση, από νεοπλασματική ασθένεια, ή χρήζει μεταμόσχευσης χορηγείται ειδική γονική άδεια, διάρκειας δέκα εργασίμων ημερών κατ΄ έτος, με αποδοχές, έπειτα από αίτησή του, κατά απόλυτη προτεραιότητα.
2. Στο φυσικό, θετό και ανάδοχο γονέα, σε περίπτωση νοσηλείας του παιδιού, χορηγείται γονική άδεια νοσηλείας, και μέχρι την ηλικία των 18 ετών αυτού συμπληρωμένων, χωρίς αποδοχές, εφόσον έχει εξαντλήσει τη γονική άδεια ανατροφής του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, για όσο διάστημα διαρκεί η νοσηλεία και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν των τριάντα εργασίμων ημερών κατ’ έτος.
3. Οι άδειες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού αποτελούν ατομικό δικαίωμα του κάθε γονέα, χορηγούνται, χωρίς άλλη προϋπόθεση, κατά παρέκκλιση άλλων διατάξεων που παρέχουν σχετικές διευκολύνσεις στους εργαζόμενους γονείς για οικογενειακούς λόγους και αφού εξαντληθούν συναφή δικαιώματα με αποδοχές, πλην της ετήσιας κανονικής άδειας.
Άρθρο 5
Εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα - Προστασία εργαζομένων
(ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου – Παράρτημα της Οδηγίας)
1. Μετά τη λήξη της γονικής άδειας των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου, ο εργαζόμενος γονέας δικαιούται να επιστρέψει στη θέση εργασίας του ή σε ισοδύναμη θέση, με όχι λιγότερο ευνοϊκούς επαγγελματικούς όρους και να επωφεληθεί από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την οποία θα εδικαιούτο κατά την απουσία του.
2. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων από την εργασία τους λόγω γονικής άδειας των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τον υπολογισμό των αποδοχών τους, τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας απουσίας και του επιδόματος αδείας, την επαγγελματική εξέλιξη, καθώς και για τον υπολογισμό της αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσής τους.
3. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που γίνεται εξαιτίας αίτησης ή λήψης γονικής άδειας των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου είναι άκυρη. Επίσης, κάθε δυσμενής μεταχείριση εργαζόμενου που γίνεται λόγω αίτησης ή λήψης γονικής άδειας των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου απαγορεύεται.
4. Ο εργαζόμενος γονέας, που λαμβάνει τη γονική άδεια του άρθρου 3 και της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου έχει, κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας από την εργασία του, πλήρη ασφαλιστική κάλυψη από τον ασφαλιστικό του φορέα και μπορεί να αναγνωρίσει το χρόνο απουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 2084/1992 (Α΄165) όπως ισχύει.
5. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος της γονικής άδειας των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου, ως ισχύουν κάθε φορά, λαμβάνεται υπόψη τόσο για την θεμελίωση του ασφαλιστικού δικαιώματος, όσο και για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης.
Άρθρο 6
(άρθρο 2 της οδηγίας)
Κυρώσεις
1. Η παραβίαση των διατάξεων του παρόντος συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας για την οποία επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του ν. 3996/2011 (Α΄170), ως ισχύουν κάθε φορά.
2. Για κάθε παραβίαση των διατάξεων του παρόντος στο δημόσιο τομέα, τους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, επιβάλλονται πειθαρχικές και διοικητικές κυρώσεις, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
3. Η παραβίαση των διατάξεων του παρόντος γεννά, εκτός των άλλων, και αξίωση προς πλήρη αποζημίωση του θιγόμενου, η οποία θα καλύπτει κάθε θετική, αποθετική ζημία, καθώς και την ηθική βλάβη.
4. Μη χορήγηση από τον εργοδότη της αιτούμενης από τον εργαζόμενο βεβαίωσης των στοιχείων της εργασιακής σχέσης ή των διαστημάτων χορηγούμενων αδειών του παρόντος, συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας.
Άρθρο 7
(ρήτρα 8 της συμφωνίας πλαισίου– Παράρτημα της Οδηγίας)
Τελικές διατάξεις
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει δυσμενέστερα τα θέματα του παρόντος, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του νόμου 1483/1984 (Α΄ 153) και του άρθρου 25 του ν. 2639/1998 (Α΄205). Οποιαδήποτε παραπομπή στις καταργούμενες διατάξεις θεωρείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος νόμου.
2. Δεν θίγονται με τον παρόντα νόμο ειδικές διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, κανονισμών, ΣΣΕ, Δ.Α., ή συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων που ρυθμίζουν ευνοϊκότερα θέματα γονικής άδειας ανατροφής παιδιών.
3. Με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές αποφάσεις, κανονισμούς εργασίας ή συμφωνίες εργοδοτών και εργαζομένων μπορούν να τίθενται ευνοϊκότεροι όροι για τα ζητήματα του παρόντος νόμου.
4. Η γονική άδεια των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου δεν καταργεί και δεν επηρεάζει τον τρόπο χορήγησης άλλων δικαιωμάτων που αφορούν στη διευκόλυνση των γονέων για την ανατροφή του παιδιού, για το θηλασμό και τη φροντίδα του παιδιού, ή για λόγους που συνδέονται με την οικογένεια.
ΡΥΘΜΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ
Άρθρο 8
Υπαγωγή στους κλάδους και λογαριασμούς του ΟΑΕΔ
1. Στο τέλος του άρθρου τέταρτου του ν. 1305/1982 (ΦΕΚ 146 Α΄), όπως προστέθηκε στην παρ. 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α΄179 /21-6-1951) και τροποποιήθηκε με την παρ.3 του άρθρου 1 του ν.1759/1988 (ΦΕΚ Α΄50/18-3-1988), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Τα παραπάνω πρόσωπα υπάγονται και στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του Ο.Α.Ε.Δ., του Ο.Ε.Κ. και του Οργανισμού Εργατικής Εστίας.».
2. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50/18-3-1988) όπως προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 2 του α.ν.1846/51 (ΦΕΚ Α΄179/21-6-1951), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Τα παραπάνω πρόσωπα υπάγονται και στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του Ο.Α.Ε.Δ., του Ο.Ε.Κ. και του Οργανισμού Εργατικής Εστίας.».
3. Στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του Ο.Α.Ε.Δ., του Ο.Ε.Κ. και του Οργανισμού Εργατικής Εστίας υπάγονται από τη δημοσίευση του νόμου αυτού:
α) Οι Έλληνες υπήκοοι που εργάζονται στο εξωτερικό εκτός χωρών Ε.Ε για λογαριασμό εργοδότη που εδρεύει στην Ελλάδα.
β) Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ που κατά τη μονιμοποίησή τους επέλεξαν την πρότερή τους ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
γ) Οι Ορκωτοί εκτιμητές μέλη του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών.
δ) Τα μέλη αστικών συνεταιρισμών.
ε) Οι αθλητές με αμοιβή και οι επαγγελματίες αθλητές.
στ) Οι εργάτες αλιείς που απασχολούνται σε πλοία με ξένη σημαία που ασφαλίζονται κατά τις διατάξεις του ν. 800/1978.
ζ) Οι εθελοντές πενταετούς υπηρεσίας των ενόπλων δυνάμεων καθώς και οι οπλίτες των ενόπλων δυνάμεων που μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων, ανακατατάσσονται εθελοντικά για βραχεία περίοδο.
Άρθρο 9
Κατάργηση απαλλαγής από εργοδοτικές εισφορές
Στο τέλος της παραγράφου 11 του άρθρου 25 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α΄179/21-6-1951), που προστέθηκε με το άρθρο έβδομο του ν.1305/1982 (ΦΕΚ Α΄146/9-12-1982), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Απαλλαγές από εισφορές ή μειώσεις, που έχουν θεσπιστεί υπέρ των προσώπων της παραγράφου αυτής με βασιλικά, προεδρικά ή νομοθετικά διατάγματα, καταργούνται.»
Άρθρο 10
Συγχώνευση του «Ειδικού Λογαριασμού Ξενοδοχοϋπαλλήλων» στον κλάδο ασθενείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ
Ο «Ειδικός Λογαριασμός Ξενοδοχοϋπαλλήλων», που συστήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν.3655/2008 συγχωνεύεται στον κλάδο ασθενείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από την 1η του μεθεπόμενου μήνα μετά το μήνα δημοσίευσης του νόμου αυτού.
Από την ημερομηνία αυτή, οι ασφαλισμένοι του Ειδικού Λογαριασμού καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους γίνονται υποχρεωτικά ασφαλισμένοι του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και διέπονται από την νομοθεσία του κλάδου ασθένειας αυτού, ως προς τις παροχές σε χρήμα.
Οι πόροι που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού καθώς και η περιουσία του, περιέρχονται από την ημερομηνία της συγχώνευσης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως καθολικό διάδοχο αυτού.
Εκκρεμείς δίκες που προέκυψαν κατά τη λειτουργία του Κλάδου, συνεχίζονται υπέρ ή κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ χωρίς διακοπή.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του IKA-ETAM, δύναται να ρυθμίζεται κάθε ειδικό θέμα ή λεπτομέρεια που δεν καλύπτεται από τις ανωτέρω διατάξεις.
Άρθρο 11
Καθορισμός ενιαίου ποσοστού πρόσθετων ειδικών εισφορών
1. Η πρόσθετη ειδική εισφορά που καταβάλλεται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την ασφάλιση αναπηρίας, γήρατος και θανάτου προσώπων που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση πριν από την 1/1/1993 και υπάγονται σε ειδικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα πλην αυτού των ΒΑΕ ορίζεται σε ποσοστό 7% επί των αποδοχών των ασφαλισμένων, που υπόκεινται σε εισφορές και βαρύνει κατά ποσοστό 2,70% τους εργοδότες και 4,30% τους ασφαλισμένους. Στο ίδιο ποσοστό, όπως επιμερίζεται κατά το προηγούμενο εδάφιο ορίζεται και η πρόσθετη ειδική εισφορά που καταβάλλεται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την ασφάλιση αναπηρίας, γήρατος και θανάτου προσώπων που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση μετά την 1/1/1993 και απασχολούνται σε υπόγειες στοές μεταλλείων - λιγνιτωρυχείων και σε εναέριες ή υποθαλάσσιες εργασίες, καθώς και των ασφαλισμένων της Διεύθυνσης Ασφαλίσεως Προσωπικού Δ.Ε.Η., που απασχολούνται σε ορυχεία, σταθμούς παραγωγής και δίκτυα.
2. Η πρόσθετη ειδική εισφορά των ασφαλισμένων στο ΕΤΕΑΜ, ανεξάρτητα αν έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση πριν ή μετά την 1-1-1993, οι οποίοι απασχολούνται σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ορίζεται σε ποσοστό 2% και βαρύνει τους ασφαλισμένους κατά 1,25% και τους εργοδότες κατά 0,75%. Η πρόσθετη ειδική εισφορά που καταβάλλεται υπέρ ΕΤΕΑΜ για τους απασχολούμενους σε υπόγειες στοές μεταλλείων - λιγνιτωρυχείων, σε υποθαλάσσιες εργασίες καθώς και σε ορυχεία, σταθμούς παραγωγής και δίκτυα της Δ.Ε.Η., ανεξάρτητα αν έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση πριν ή μετά την 1-1-1993 ορίζεται σε 3% και βαρύνει κατά 2% τον εργοδότη και 1% τον ασφαλισμένο. Η πρόσθετη ειδική εισφορά του προηγούμενου εδαφίου, όπως επιμερίζεται μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου, καταβάλλεται για όλες τις κατηγορίες υπαγομένων στα ειδικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα της παραγράφου 1, εφόσον ασφαλίζονται επικουρικά στο ΕΤΕΑΜ. Από την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 18 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α΄48/12-2-2004) και της παρ. 8 του άρθρου 58 του ν.3518/2006 (ΦΕΚ Α΄ 272/21-12-2006).
Άρθρο 12
Εισφορές απασχολούμενων συνταξιούχων
1. Η εισφορά υπέρ του κλάδου ανεργίας του ΟΑΕΔ που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 25 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ Α΄138/17-10-1990) ορίζεται στο ίδιο ποσοστό που ισχύει για τους λοιπούς ασφαλισμένους του κλάδου αυτού, επιμεριζόμενη μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου κατά την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του ν.δ 2961/1954 (ΦΕΚ Α΄197/25-8-1954) όπως διαμορφώθηκε μετά την παρ. 6 του άρθρου 44 του ν.2084/1992 (ΦΕΚ Α΄165/7-10-1992) και την παράγραφο 9 του άρθρου 44 ν.3986/2011 (ΦΕΚ 152 Α΄)..
2. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού καταργούνται οι παράγραφοι 1 έως 4 του άρθρου 10 του N.Δ 4104/60 (ΦΕΚ Α΄147/20-9-1960).
3. Η παρ. 10 του άρθρου 25 Α.Ν 1846/1951 (ΦΕΚ Α΄179 /21-6-1951) όπως αναριθμήθηκε σε παρ. 9 με το άρθρο 1 παρ 7 του Ν 825/1978 (ΦΕΚ Α΄189/13-11-1978) αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο εργοδότης βαρύνεται με ολόκληρη την εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη, εφόσον καμιά αμοιβή σε χρήμα δεν εισπράττει ο ασφαλισμένος από αυτόν ή από τρίτους».
Άρθρο 13
Ασφάλιση οικοδόμων που απασχολούνται σε σταθερό εργοδότη ως συντηρητές κτιριακών εγκαταστάσεων
Τα τρία τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 38 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α΄179 /21-6-1951) όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ 1 του N. 1880/1990 (ΦΕΚ 70 Α΄) αντικαθίστανται ως εξής:
«Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται προκειμένου για εργατοτεχνίτες οικοδόμους, εκτός από τα πρόσωπα που απασχολούνται με σχέση εργασίας σε σταθερό εργοδότη για τη συντήρηση των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησής του.
Για την κάλυψη της επιβάρυνσης από τη χορήγηση του επί πλέον ποσού αυξάνεται κατά 1% το ποσοστό Κλάδου Ασθενείας σε χρήμα και βαρύνει εξ ολοκλήρου τους εργοδότες που απασχολούν οικοδόμους, εκτός από τους συντηρητές των κτιριακών τους εγκαταστάσεων. Κάθε δύο χρόνια καταρτίζεται αναλογιστική μελέτη και το παραπάνω ποσοστό ανακαθορίζεται σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής.».
Άρθρο 14
Υπαγωγή κατηγοριών ασφαλισμένων σε κλάδους και λογαριασμούς του ΟΑΕΔ
1. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού το προσωπικό του ΟΛΠ που αναφέρεται στην παρ. 6 του άρθρου 19 του αν.ν. 1559/1950 (ΦΕΚ Α΄ 252/29-10-1950) , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. ΝΔ 3398/1955 (ΦΕΚ Α΄ 277/8-10-1955) υπάγεται στην ασφάλιση του κλάδου ανεργίας του ΟΑΕΔ.
2. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού τα υδρονομικά όργανα που απασχολούνται στις Τοπικές Επιτροπές Αρδεύσεως, ΟΤΑ και λοιπούς οργανισμούς υπάγονται στην ασφάλιση του Διανεμητικού Λογαριασμού Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) και τον Ειδικό Λογαριασμό Στρατευομένων Μισθωτών του ΟΑΕΔ.
3. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού οι εκπαιδευτικοί των ισότιμων με τα δημόσια σχολείων που κατέχουν οργανικές θέσεις σε αυτά ασφαλίζονται για το σύνολο των κλάδων και λογαριασμών του ΟΑΕΔ.
Άρθρο 15
Ασφάλιση μαθητευομένων
Τα τρία τελευταία εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 25 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α΄179 /21-6-1951) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 4104/1960 (ΦΕΚ Α΄147/20-9-1960) και τροποποιήθηκε με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 825/1978 (ΦΕΚ Α΄189/13-11-1978) αντικαθίστανται ως εξής:
«Κατ' εξαίρεση προκειμένου για μαθητές τεχνίτες απασχολούμενους σύμφωνα με τις διατάξεις του από 6.6.1952 Β. Διατάγματος "περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών’’, και για μαθητευόμενους τροφίμους των Εθνικών Ιδρυμάτων Παιδικής Μέριμνας , καθώς και προκειμένου για μαθητές και σπουδαστές των προβλεπομένων από το Ν.Δ. 3971/59 τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών, το ποσό αποδοχών επί του οποίου υπολογίζονται οι κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ασφαλιστικές εισφορές, ορίζεται στο 1/2 του πραγματικού ημερομισθίου που λαμβάνει ο ασφαλισμένος και οι εισφορές υπολογίζονται κατά τα ισχύοντα για τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Ο υπολογισμός των αποδοχών στο 1/2 του πραγματικού ημερομισθίου, ισχύει μόνο για όσο χρόνο διαρκεί κατά τις κείμενες διατάξεις η μαθητεία ή πρακτική άσκηση, ως προϋπόθεση για την απόκτηση του πτυχίου.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του Ν.Δ. 2698/53 και του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν.Δ. 3971/59 δεν έχουν εφαρμογή για το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και τους λοιπούς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.».
Άρθρο 16
Ασφάλιση απασχολουμένων στο πλαίσιο ειδικών προγραμμάτων του ΟΑΕΔ
1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 3227/2004 (ΦΕΚ Α΄ 31/9-2-2004) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η αμοιβή του προσλαμβανόμενου ή τοποθετούμενου βαρύνει τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) κατά το ύψος του επιδόματος ανεργίας που δικαιούται, και κατά τα λοιπά, τον εργοδότη, ο οποίος έχει και την ευθύνη της ασφαλιστικής του κάλυψης. Ο προσλαμβανόμενος ή τοποθετούμενος ασφαλίζεται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και σε όλους τους κλάδους και λογαριασμούς του Ο.Α.Ε.Δ., στον Ο.Ε.Κ. και στον Οργανισμό Εργατικής Εστίας. . Αν απολυθεί πριν από το χρόνο λήξης του δικαιώματος επιδότησης, ο άνεργος λαμβάνει το επίδομα ανεργίας για το υπόλοιπο διάστημα, εφόσον δεν επανατοποθετηθεί, ή προσληφθεί.».
2. Άνεργοι ηλικίας 16 έως 24 ετών, νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας, που απασχολούνται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, βάσει του επιδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ προγράμματος που καταρτίστηκε με την υπ’ αριθμ.13251/531/2010 (ΦΕΚ Β΄1655/18-10-2010) απόφαση Υπουργών Οικονομικών – Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας & Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, υπάγονται, σε κάθε στάδιο του προγράμματος, στην ασφάλιση όλων των κλάδων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και στους κλάδους και λογαριασμούς του ΟΑΕΔ, ΟΕΕ και ΟΕΚ.
3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 51 του ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Α΄174/25-8-2008) αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Οι συμμετέχοντες στα Προγράμματα "ΠΡΟΕΡΓΑΣΙΑ", για το χρόνο συμμετοχής τους σε αυτά, υπάγονται στο σύνολο των κλάδων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και στην ασφάλιση των κλάδων και λογαριασμών του ΟΑΕΔ, ΟΕΚ και ΟΕΕ. Ο υπολογισμός των καταβλητέων εισφορών γίνεται επί του ποσού της αποζημίωσης της προηγούμενης παραγράφου.
Από το ανωτέρω ποσό ο Ο.Α.Ε.Δ. παρακρατεί την προβλεπόμενη εισφορά ασφαλισμένου και την αποδίδει στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μαζί με την προβλεπόμενη εισφορά εργοδότη που βαρύνει τον Οργανισμό.
Άρθρο 17
Ειδικές διατάξεις για την ασφάλιση του προσωπικού του ΟΣΕ
1. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού το τακτικό προσωπικό του ΟΣΕ υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην ΟΕΚ.
Άρθρο 18
Πολλαπλή ασφάλιση για παροχές ασθενείας σε είδος
Τα πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση μετά από την 1/1/1993 και λόγω παράλληλης απασχόλησης έχουν επιλέξει να ασφαλίζονται στον κλάδο σύνταξης περισσότερων του ενός φορέων, οι κλάδοι παροχών ασθενείας σε είδος των οποίων έχουν ενταχθεί στον ΕΟΠΥΥ, καταβάλλουν εισφορά στον ένα φορέα, που επιλέγουν με αίτησή τους, εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, ο οποίος τις αποδίδει στον ΕΟΠΠΥ.
Άρθρο 19
Υπολογισμός εισφορών υπέρ ΕΤΕΑΜ ασφαλισμένων τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ
Οι εισφορές που καταβάλλονται υπέρ του ΕΤΕΑΜ για την ασφάλιση προσώπων που προέρχονται από το τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ υπολογίζονται κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους ασφαλισμένους του ΕΤΕΑΜ.
Άρθρο 20
Απασχολούμενοι σε εργασία ασφαλιστέα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, παράλληλα ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ
Ασφαλισμένοι του κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του Ο.Γ.Α. που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού από 1/1/1993 και εφεξής, οι οποίοι απασχολούνται και σε εργασία ασφαλιστέα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υπάγονται υποχρεωτικά στον πρώην "Οργανισμό Εργατικής Εστίας" (ΟΕΕ) και όχι στον "Λογαριασμό Αγροτικής Εστίας" (Λ.Α.Ε.).
ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ
Άρθρο 21:
Χρόνος υποβολής Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων Κοινών Επιχειρήσεων
Η Αναλυτική Περιοδική Δήλωση που υποβάλλεται από τους εργοδότες που απασχολούν προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ή στην ασφάλιση των φορέων ή κλάδων και λογαριασμών των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής, τις εισφορές των οποίων εισπράττει ή συνεισπράττει το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του νόμου 2972/2001 (291Α΄) υποβάλλεται μέσω διαδικτύου από την 1η ημέρα του μήνα που έπεται του ημερολογιακού μήνα απασχόλησης ως ακολούθως :
α) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 1, την 21η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
β) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 2, την 19η ημέρα πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
γ) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 3, την 17η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
δ) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 4, την 15η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
ε) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 5, την 13η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
στ) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 6, την 11η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
ζ) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 7, την 9η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
η) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 8, την 7η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
θ) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 9, την 5η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
ι) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 10, 20, 30, 40, 50, την 3η πριν από το τέλος του μήνα ημέρα.
ια) Για τους εργοδότες που ο αριθμός μητρώου τους λήγει σε 60, 70, 80, 90 και 00, την προτελευταία ημέρα από το τέλος του μήνα.
ιβ) Για το Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμίδας την τελευταία ημέρα του μήνα που έπεται την ημέρα απασχόλησης, ανεξαρτήτως του αριθμού μητρώου.
Ως ημερομηνία υποβολής θεωρείται η ημερομηνία αποδοχής και επιτυχούς καταχώρησης στο δικτυακό τόπο (web-site) του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν για μισθολογικές περιόδους από 01-07-2012 και εφεξής.
Από την ίδια ημερομηνία οι Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις που υποβάλλονται από τους εργοδότες, οι οποίοι απασχολούν προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσονται και τα στοιχεία απόδοσης φόρου από μισθούς που υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις, οι οποίες είναι υπόχρεες για την παρακράτηση και απόδοση φόρου από μισθωτές υπηρεσίες.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της αναθεωρημένης Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης που θα συμπεριλαμβάνει την προσωρινή δήλωση απόδοσης φόρου από αμοιβές που θεωρούνται εισόδημα από μισθούς.
΄Αρθρο 22:
Χρόνος υποβολής Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων Οικοδ/κών Έργων
Η προθεσμία υποβολής της μηνιαίας Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης για όλους τους εργοδότες οικοδομικών και τεχνικών έργων αρχίζει από την 1η ημέρα του μήνα που έπεται του ημερολογιακού μήνα απασχόλησης και λήγει την τελευταία ημέρα του ίδιου μήνα, ανεξαρτήτως του αριθμού μητρώου τους.
Άρθρο 23:
Έλεγχος Δηλωθεισών – Καταβληθεισών Εισφορών
Εντός του επομένου του μήνα υποβολής των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων διενεργείται μηχανογραφικός έλεγχος σύγκρισης δηλωθεισών και καταβληθεισών εισφορών για κάθε προηγούμενη μισθολογική περίοδο. Ο έλεγχος Δηλωθέντων – Καταβληθέντων καθιερώνεται υποχρεωτικά ως τυπική ελεγκτική διαδικασία και ολοκληρώνεται εντός του μεθεπομένου αυτού της απασχόλησης μήνα.
Εάν από τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, προκύψει ότι δεν έχουν καταβληθεί στο σύνολό τους οι εισφορές που δηλώθηκαν στην Α.Π.Δ. τότε παράγεται – συντάσσεται Πράξη Επιβολής Εισφορών σε βάρος του υπόχρεου εργοδότη σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 11 του άρθρου 26 του ΑΝ 1846/51 όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 60 παρ.2 του Ν.2677/99 (1Α΄).
Άρθρο 24:
Χρόνος ενημέρωσης Ασφαλιστικής Ιστορίας Απασχολουμένων στις περιπτώσεις μη καταβολής του συνόλου των Δηλωθεισών Ασφαλιστικών Εισφορών.
Στις περιπτώσεις που από τον έλεγχο των Δηλωθεισών και Καταβληθεισών Εισφορών του προηγούμενου άρθρου προκύψει ότι δεν έχουν καταβληθεί οι συνολικές εισφορές που δηλώθηκαν με την Α.Π.Δ. εκάστης μισθολογικής περιόδου τότε η ασφαλιστική ιστορία των απασχολούμενων της υποβληθείσης Α.Π.Δ. ενημερώνεται μόνο μετά την παραγωγή – σύνταξη σε βάρος του υπόχρεου εργοδότη Πράξεως Επιβολής Εισφορών και την επίδοση σ’αυτόν.
Ως μισθολογική περίοδος νοείται ο μήνας που έλαβε χώρα η απασχόληση των απασχολουμένων.
Άρθρο 25 :
Διαχείριση Χρεωστικού Υπολοίπου Εισφορών που προκύπτει από τον Έλεγχο Δηλωθεισών – Καταβληθεισών Εισφορών.
Εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ολοκλήρωση του Ελέγχου Δηλωθεισών – Καταβληθεισών Εισφορών των προηγούμενων άρθρων και εφόσον προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο ενημερώνονται άμεσα οι υπόχρεοι εργοδότες να προσέλθουν για διακανονισμό των οφειλών που έχουν προκύψει.
Ο διακανονισμός διενεργείται μία φορά ανά διετία από το αρμόδιο Υποκατάστημα ως εξής:
Εξόφληση της διαφοράς υποβληθεισών – καταβληθεισών εισφορών σε διάστημα τριών (3) μηνών από την επίδοση της Π.Ε.Ε. χωρίς επιβάρυνση του κεφαλαίου με πρόσθετα τέλη καθυστέρησης.
Άρθρο 26
Προθεσμία Καταβολής Εισφορών
Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 26 του ΑΝ 1846/51 όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 13 του Ν. 2972/01 και συμπληρώθηκαν με την παρ.4 του άρθρου 33 του Ν. 3232/04 και την παρ.1 του άρθρου 32 του Ν. 3518/06 αντικαθίσταται ως ακολούθως :
« 3.Ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Δεν μεταβάλλει τον παραπάνω χρόνο η καθυστέρηση, από οποιαδήποτε αιτία, της πληρωμής του μισθού πέραν του μηνός, όπως επίσης δεν μεταβάλλει αυτόν η καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών σε μακρότερα ή βραχύτερα χρονικά διαστήματα.
Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ μέχρι την πέμπτη (5η) για τις Δημόσιες Υπηρεσίες εργάσιμη ημέρα του επομένου μήνα από τον παραπάνω οριζόμενο χρόνο.
Η προθεσμία αυτή δεν ισχύει για το Δημόσιο τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμίδας καθώς και για την εταιρεία με την επωνυμία Επαγγελματική Κατάρτιση Α.Ε.
Η προθεσμία καταβολής των εισφορών επί των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα από όλους τους υπόχρεους λήγει την τελευταία εργάσιμη του Ιανουαρίου και Μαΐου αντίστοιχα.»
Άρθρο 27
Πρόσθετα Τέλη Εκπρόθεσμης Καταβολής Εισφορών
Οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 27 του ΑΝ 1846/51 όπως αντικαταστάθηκαν τελικά με το άρθρο 9 παρ.6 του Ν. 3232/04, αντικαθίσταται ως εξής:
1. « Ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ οι οποίες δεν καταβάλλονται εμπροθέσμως επιβαρύνονται με πρόσθετο τέλος από την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η κατά νόμο προθεσμία καταβολής τους.
Ως ασφαλιστικές εισφορές νοούνται και οι εισφορές υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Δώρων Εργατοτεχνικών Οικοδόμων (ΕΔΔΕΟ) καθώς και οι εισφορές που συνεισπράττονται από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ.
Κάθε φορά που εισπράττονται απαιτήσεις από τις παραπάνω αιτίες, συνεισπράττεται υποχρεωτικά και η προσαύξηση λόγω εκπρόθεσμης καταβολής που αναλογεί στο καταβαλλόμενο ποσό.
Το ποσοστό του προσθέτου τέλους ορίζεται σε 3% για το διάστημα καθυστέρησης που αντιστοιχεί στην επομένη της προθεσμίας λήξης της προθεσμίας καταβολής και μέχρι το ημερολογιακό τέλος του μήνα αυτού και σε 1% για κάθε επόμενο μήνα και μέχρι 100% συνολικά
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής ως μήνας θεωρείται ο ημερολογιακός μήνας.
Στις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται όλες οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές ανεξάρτητα από τις μισθολογικές περιόδους στις οποίες ανάγονται.
Άρθρο 28
Κατάργηση αυτοτελούς προστίμου (ΠΕΑΠ) που επιβάλει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για εκπρόθεσμη Δήλωση Μεταβολής Στοιχείων
Το αυτοτελές πρόστιμο που προβλέπεται στην παρ. 1 περ. α' του άρθρου 6 του ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄) και με την παρ. 3 του άρθρου 9 του ν.3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α΄) για την παράβαση της υποχρέωσης γνωστοποίησης μεταβολών στα στοιχεία που καταχωρίστηκαν στο μητρώο εργοδοτών, καταργείται.
Άρθρο29
Ρύθμιση οφειλών προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ
1. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του ν. 4038/2012 προστίθεται η παράγραφος 4, ως εξής:
«4. Επιχειρήσεις, εργοδότες ή ασφαλισμένοι, για τους οποίους έχει ανοίξει και εκκρεμεί η διαδικασία συνδιαλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 100 του ν.3588/2007, όπως τροποποιήθηκε και έλαβε την αρίθμηση 101 με το άρθρο 12 του ν.4013/2011, -διαδικασία εξυγίανσης- και οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., μπορούν, αφού υποβάλλουν αντίστοιχη αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες μέχρι την 30.04.2012, να υπαχθούν:
Στον προσωρινό διακανονισμό της περίπτωσης Α' του άρθρου 48 του ν.3943/2011, με την κεφαλαιοποίηση της έως την 31.12.2011 οφειλής τους και την καταβολή ποσοστού 10% επί των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών. Ειδικά για την περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται ο περιορισμός του ποσοστού του 1,25% της περίπτωσης i και η παράγραφος 4 του ανωτέρω άρθρου.»
2. « Η προθεσμία αναστολής λήψης αναγκαστικών μέτρων του εδαφ.1 της παρ. Α΄ του άρθρου 48 του ν. 3943/2011 όπως ισχύει, παρατείνεται μέχρι την 31/12/2013».
3. « Η προθεσμία υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή σε καθεστώς ρύθμισης, της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν.4038/2012 παρατείνεται μέχρι την 30.04.2012. Ομοίως η προθεσμία της εφάπαξ καταβολής και της πρώτης δόσης του εδαφ. ββ) της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν.4038/2012 παρατείνεται μέχρι την 31.05.2012».
Άρθρο 30
Κανονιστικό πλαίσιο ΚΕ.Π.Α
Στο άρθρο 6 του Ν.3863/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ρυθμίζεται το κανονιστικό πλαίσιο της σύστασης, λειτουργίας και ασφαλιστικής αρμοδιότητας του ΚΕ.Π.Α., καθώς και κάθε άλλο θέμα που δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
Για τα θέματα που αφορούν ευθύνες, ρόλους και υποχρεώσεις των ιατρών που απαρτίζουν το Ειδικό Σώμα για τη συγκρότηση των Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Μέχρι την έκδοση του ανωτέρω Κανονισμού οι υπηρεσίες των ΚΕ.Π.Α. (Γραμματείες, Υγειονομικές Επιτροπές) συστήνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 27, 28, 29, 30, 33, 34, 35, 36, 37 του ΚΑΑ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.»
Άρθρο 31
Οργανωτικά θέματα ΕΟΠΥΥ
1. Στην υποπερίπτωση ε της Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Υπηρεσιών Υγείας της περίπτωσης Α της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του ν. 3918/2011 (Α’ 31), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), η φράση «Η Διεύθυνση Ασφαλιστικών Σχέσεων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, με την υφιστάμενη διάρθρωση της μεταφέρεται στον ΕΟΠΥΥ.» διαγράφεται.
2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 3918/2011 (Α’ 31), όπως προστέθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η Διεύθυνση Διεθνών Ασφαλιστικών σχέσεων έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α. Διαχείριση του μηχανισμού απόδοσης δαπανών υγειονομικής περίθαλψης από και προς τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις χώρες του ΕΟΧ και την Ελβετία, καθώς επίσης προς ασφαλισμένους και παρόχους υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης στο πλαίσιο είτε των ενωσιακών νομικών οργάνων είτε των διμερών συμβάσεων ή συμφωνιών για χορήγηση των εν λόγω παροχών σε τρίτες χώρες.
β. Εφαρμογή των ενωσιακών Κανονισμών για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης σε θέματα παροχών ασθένειας σε είδος και χειρισμός των αντίστοιχων θεμάτων της Οδηγίας 2011/24/ΕΕ.
γ. Διαχείριση θεμάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο διμερών και πολυμερών συμβάσεων ή συμφωνιών κοινωνικής ασφάλισης για χορήγηση των λόγω παροχών ασθενείας σε τρίτες χώρες.
δ. Συντονισμός διοικητικών ενεργειών μεταξύ των φορέων ασφάλισης ασθένειας και λοιπών Υπηρεσιών για την ενιαία εφαρμογή των ανωτέρω ενωσιακών νομικών οργάνων στο πεδίο των παροχών ασθενείας σε είδος, έκδοση γενικών εγκυκλίων οδηγιών, σύνταξη αντίστοιχων μελετών και εκθέσεων και την ενημέρωση με όλα τα σύγχρονα μέσα.»
Άρθρο 32
Αρμοδιότητες Οργάνων ΙΚΑ
1. Για τον καθορισμό του ποσού μέχρι του οποίου τυχόν αξίωση του ασφαλισμένου ή μελών της οικογενείας του μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 4104/60 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 του Ν. 4476/65 και για δαπάνες από 01/01/2012 και εφεξής, αρμόδιος είναι ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος του τόπου κατοικίας του ασφαλισμένου. Η απόφαση αυτή έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα και δεν υπόκειται στην άσκηση ενδίκων μέσων.
2. Επί αιτήματος συμφωνίας συνδιαλλαγής με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του ν. 3588/2007 (ΦΕΚ 153 Α΄), αρμόδιος να αποφασίζει είναι ο Διοικητής του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, μετά από γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Άρθρο 33
Εκπρόθεσμη υποβολή ΑΠΔ
1. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Ν. 2972/2001 (Α΄291) όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από την παρ. 4 άρθρου 9 του Ν. 3232/2004 (Α΄48) αντικαθίσταται ως εξης:
«β. Υποβάλλουν εκπρόθεσμα την Α.Π.Δ., επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών που ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί του ποσού των εισφορών που δηλώνεται σε αυτή, πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις για την υποβολή της επόμενης κατά περίπτωση Α.Π.Δ. και προσαυξάνεται κατά 1% μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής της κάθε επόμενης κατά περίπτωση Α.Π.Δ. και μέχρι 30% συνολικά.»
2. Στο τέλος της παρ.1 του άρθρου 27 του Α.Ν. 1846/51, όπως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 9 παρ. 6 του ν. 3232/2004 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Στους εργοδότες Κοινών Επιχειρήσεων, πλήν Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμίδας που καταβάλλουν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας τις τρέχουσες εισφορές τριών συνεχών μισθολογικών περιόδων παρέχεται έκπτωση στις εργοδοτικές εισφορές κάθε επόμενης μισθολογικής περιόδου σε ποσοστό 5% επί των αρχικώς οφειλομένων εργοδοτικών εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι α) ο εργοδότης είναι συνεπής στην καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών εκάστης μισθολογικής περιόδου και β) ασφαλιστικά ενήμερος για το υπαγόμενο στην ασφάλιση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ προσωπικό.
«Στους εργοδότες Κοινών Επιχειρήσεων, πλην Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμίδας που καταβάλλουν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας τις τρέχουσες εισφορές τριών συνεχών μισθολογικών περιόδων παρέχεται η δυνατότητα εντός των επόμενων 21 συνεχών μισθολογικών περιόδων καταβολής των τρεχουσών εισφορών μίας μισθολογικής περιόδου μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του έκτου μήνα από τον μήνα απασχόλησης. Σε περίπτωση που στους εργοδότες αυτούς έχει παρασχεθεί η έκπτωση του 5% του προηγουμένου εδαφίου, εκπίπτουν αυτοδικαίως από τη ρύθμιση αυτή. »
Άρθρο 34
Ευθύνη Νομικών Προσώπων
1. Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (ΦΕΚ Α΄136/7-8-1967) θεωρούνται:
α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.
β) Στις ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι.
γ) Στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος.
δ) Στους συνεταιρισμούς και στις ενώσεις τους, οι πρόεδροι, αντιπρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι αυτών.
ε) Στη συμπλοιοκτησία, ο κάθε συμπλοιοκτήτης κατά το ποσοστό συμπλοιοκτησίας.
στ) Στα ιδρύματα, σωματεία, συλλόγους και επιτροπές εράνων οι πρόεδροι αυτών.
ζ) Στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς κοινής ωφελείας οι πρόεδροι ή οι διοικητές αυτών.
η) Στις πολυκατοικίες, οι διαχειριστές.
θ) Στους ιερούς ναούς, τα μέλη των εκκλησιαστικών συμβουλίων που εκπροσωπούν το ναό.
ι) Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, ως αυτουργοί θεωρούνται οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες, που έχουν στην Ελλάδα και τους εκπροσωπούν νομίμως.
2. Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες και στις ενώσεις προσώπων που δεν αποτελούν σωματείο, ως αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (ΦΕΚ Α΄136/7-8-1967) θεωρούνται οι εκπρόσωποί τους και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, ως αυτουργοί θεωρούνται οι κατά νόμο υπεύθυνοι των συμπραττόντων μελών-νομικών προσώπων, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου.
3. Οι ανωτέρω αυτουργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή.
Άρθρο 35
Υποβολή ΑΠΔ
«1. Οι εργοδότες, μαζί με τα στοιχεία απασχόλησης και ασφάλισης των απασχολούμενων σε αυτούς προσώπων, υποχρεούνται να δηλώνουν με τις ΑΠΔ που υποβάλλουν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τα στοιχεία που προσδιορίζουν το φόρο μισθωτών υπηρεσιών.
Από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, οι ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμίδας και οι εργοδότες οικοδομικών και τεχνικών έργων.
2. Η χρονική περίοδος αναφοράς της ΑΠΔ για το σύνολο των εργοδοτών είναι μηνιαία και τα στοιχεία της υποβάλλονται εντός του μήνα που έπεται της μισθολογικής περιόδου απασχόλησης, με εξαίρεση τις ΑΠΔ του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ α και β βαθμίδας που υποβάλλονται εντός του μεθεπόμενου της μισθολογικής περιόδου απασχόλησης μήνα.
Οι ειδικότερες προθεσμίες για την εντός του μήνα υποβολή των ΑΠΔ μέσω του διαδικτύου καθορίζονται από τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 16 του Κανονισμού διαδικασιών ασφάλισης για την εφαρμογή της ΑΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με την Φ11321/12352/1071/19-6-2009 απόφαση Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1277/29.6.2009).
Άρθρο 36
Ρυθμίσεις ΟΑΕΕ
1. α) Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του π.δ. 258/2005 (Α΄ 316) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η βεβαίωση χορηγείται και σε ασφαλισμένο του ΟΑΕΕ, εφόσον το ποσό των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών του στον Οργανισμό δεν ξεπερνά τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ και έχει συμψηφιστεί ή παρακρατείται, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 61 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), και είτε έχει υποβάλει αίτηση για συνταξιοδότηση είτε έχει υπαχθεί στην περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του π.δ. 258/2005 (Α’ 316), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3996/2011 (Α’ 170).»
β) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του π.δ. 258/2005 (Α΄ 316) αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Οι συμβολαιογράφοι καθώς και κάθε αρμόδια κατά νόμο αρχή υποχρεούνται να αρνηθούν τη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης μεταβίβασης Δ.Χ. αυτοκινήτου ή την έκδοση απόφασης οριστικής παραίτησης ή ανάκλησης του δικαιώματος της άδειας κυκλοφορίας Δ.Χ. αυτοκινήτου, αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τη βεβαίωση της παραγράφου 3.»
γ) Στο τέλος του πρώτου εδαφίου του άρθρου 11 της υπ’ αριθμ. Φ80000/7228/308/07.09.2006 Υπουργικής Απόφασης (Β’ 1397) διαγράφεται η τελεία και προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«ή αυτή να έχει εκδοθεί βάσει του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του π.δ. 258/2005 (Α’ 316).»
2. α) Η παράγραφος 5 του άρθρου 9 του ν. 3050/2002 (Α’ 214), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 3846/2010 (Α’ 66) ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. α) Ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α’ 118) και του π.δ. 33/1979 (Α’ 10), όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κυρίων και μη κυρίων καταλυμάτων με το ειδικό σήμα λειτουργίας του ΕΟΤ, α) δυναμικότητας έντεκα (11) δωματίων και άνω και με έδρα σε περιοχές της περίπτωσης α της παραγράφου 1 και β) δυναμικότητας από έξι (6) μέχρι και δέκα (10) δωματίων, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ΟΑΕΕ, στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, με έκπτωση ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) στο ποσό αυτής.
Εφόσον ο μέσος όρος του εισοδήματός τους από την επαγγελματική δραστηριότητα για τρία (3) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος, όπως αυτός προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., δεν υπερβαίνει το 400πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως ίσχυε στις 31.12.2011, παραμένουν στην 1η ασφαλιστική κατηγορία με την ως άνω έκπτωση και δεν υποχρεούνται στην ανά τριετία μετάταξη σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του π.δ. 258/2005 (Α’ 316). Η ίδια ρύθμιση ισχύει εφεξής και για κάθε τριετία εφόσον ο μέσος όρος του ως άνω εισοδήματος από την επαγγελματική δραστηριότητα δεν υπερβαίνει το 400πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως ίσχυε στις 31.12.2011.
Εφόσον ο ως άνω μέσος όρος υπερβαίνει το 400πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως ίσχυε στις 31.12.2011, οι υπαγόμενοι στο πρώτο εδάφιο παραμένουν στην 1η ασφαλιστική κατηγορία αλλά χωρίς έκπτωση και εφεξής υποχρεούνται στην ανά τριετία μετάταξη σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του π.δ. 258/2005 (Α’ 316).
Ο ΟΑΕΕ, μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από τη χορήγηση της ανωτέρω διευκόλυνσης, έχει το δικαίωμα, οποτεδήποτε, του επανελέγχου της άσκησης της δραστηριότητας και των εισοδημάτων των δικαιούχων. Κατά τον επανέλεγχο εξετάζεται πάντα ο μέσος όρος των εισοδημάτων της προηγούμενης τριετίας. Το δικαίωμα αυτό έχει και ο ασφαλισμένος στις περιπτώσεις υπαγωγής στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ λόγω εισοδηματικών κριτηρίων, μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) ετών από την υπαγωγή του στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ.
β) Ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α’ 118) και του π.δ. 33/1979 (Α’ 10), όπως ισχύουν, και γενικά όλων των κυρίων και μη κυρίων καταλυμάτων με το ειδικό σήμα λειτουργίας του ΕΟΤ δυναμικότητας έως και πέντε (5) δωματίων, ασφαλίζονται στον ΟΓΑ, εφόσον ο μέσος όρος του εισοδήματός τους από την επαγγελματική δραστηριότητα για τρία (3) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος, όπως αυτός προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., δεν υπερβαίνει το 400πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως ίσχυε στις 31.12.2011. Η ίδια ρύθμιση ισχύει εφεξής και για κάθε τριετία εφόσον ο μέσος όρος του ως άνω του εισοδήματος από την επαγγελματική δραστηριότητα δεν υπερβαίνει το 400πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως ίσχυε στις 31.12.2011.
Εφόσον ο ως άνω μέσος όρος υπερβαίνει το 400πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως ίσχυε στις 31.12.2011, οι υπαγόμενοι στο πρώτο εδάφιο υπάγονται εφεξής στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ.
Μετά την παρέλευση της πρώτης τριετίας, ο αρμόδιος κατά περίπτωση Οργανισμός έχει το δικαίωμα του επανελέγχου, οποτεδήποτε, της άσκησης της δραστηριότητας και των εισοδημάτων των δικαιούχων. Κατά τον επανέλεγχο εξετάζεται πάντα ο μέσος όρος των εισοδημάτων της προηγούμενης τριετίας. Το δικαίωμα αυτό έχει και ο ασφαλισμένος στις περιπτώσεις υπαγωγής στην ασφάλιση του κατά περίπτωση Οργανισμού λόγω εισοδηματικών κριτηρίων, μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) ετών από την υπαγωγή του στην ασφάλιση του κατά περίπτωση Οργανισμού.»
β) Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται από την 01.07.2012.
γ) Για όσους, έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, ασφαλίζονταν στον ΟΓΑ, η ασφάλιση που έχει χωρήσει παραμένει ισχυρή και δεν αναζητούνται εισφορές από τον ΟΑΕΕ. Αντίστοιχα, η ασφάλιση που έχει χωρήσει στον ΟΑΕΕ παραμένει ισχυρή και δεν αναζητούνται εισφορές από τον ΟΓΑ.
3. Στο τέλος του άρθρου 61 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. α) Ειδικά για τους δικαιούχους του ΟΑΕΕ, το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 είναι το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
β) Σε περίπτωση διαδοχικής ασφάλισης, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται από τον τελευταίο ασφαλιστικό φορέα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθορίζεται η διαδικασία εσωτερικής κατανομής και καταβολής του ως άνω ποσού μεταξύ των ασφαλιστικών φορέων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»
4. Η παράγραφος 9 του άρθρου 9 του ν. 3050/2002 (Α’ 214), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 3846/2010 (Α’ 66) ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«9. Στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. υπάγονται τα φυσικά πρόσωπα ή τα μέλη εταιρειών οποιασδήποτε μορφής, καθώς και τα μέλη του Δ.Σ. της Α.Ε. με ποσοστό τουλάχιστον 3%, που εγκαθιστούν φωτοβολταϊκά συστήματα συνολικής ισχύος πάνω από 20kW, είτε σε κτιριακή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται για κατοικία ή στέγη επιχείρησης, είτε σε αγροτεμάχια ή οικόπεδα, σε όλη την επικράτεια.
Εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. και ασφαλίζονται στην 7η ασφαλιστική κατηγορία του Ο.Γ.Α. οι κατά κύριο επάγγελμα, τουλάχιστον για μία πενταετία, αγρότες, όπως ορίζονται από το Μητρώο Αγροτών, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που εντάσσονται σε επιδοτούμενα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης νέων γεωργών, που εγκαθιστούν φωτοβολταϊκά συστήματα συνολικής ισχύος μέχρι 100kW».
5. Ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ μπορούν με αίτησή τους να επιλέξουν την κατάταξή τους στην αμέσως κατώτερη ή στη δεύτερη κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία κλάδου σύνταξης του π.δ. 5/2007 και να παραμείνουν σε αυτήν έως τις 31.12.2014 εφόσον, κατά την υποβολή της αίτησης, α) δεν έχουν ληξιπρόθεσμη οφειλή ή β) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση και είναι ενήμεροι. Η κατάταξη στην κατώτερη κατηγορία αρχίζει από το αμέσως επόμενο προς έκδοση και μετά την αίτηση δίμηνο και ισχύει για όσο διάστημα είναι ενήμεροι στην καταβολή των τρεχουσών εισφορών και στις δόσεις της τυχόν ρύθμισης. Αν ο ασφαλισμένος δεν είναι ενήμερος, επανέρχεται αυτοδικαίως στην κατηγορία στην οποία βρισκόταν πριν την αίτηση του πρώτου εδαφίου, στην οποία επανέρχονται υποχρεωτικά από την 01.01.2015 και όλοι οι ασφαλισμένοι που έχουν κάνει χρήση της διάταξης αυτής. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Οργανισμού, καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος, κάθε λεπτομέρεια και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.
Άρθρο 37
Ρυθμίσεις ασφαλιστικών θεμάτων
1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 30 του ν. 2084/1992 (Α΄68) η φράση «ή συνταξιούχων λόγω γήρατος τυφλών και από τους δύο οφθαλμούς» διαγράφεται.
2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του Ν.2084/1992 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Το επίδομα απολύτου αναπηρίας του άρθρου 42 του Ν.1140/1981, όπως ισχύει μέχρι σήμερα, χορηγείται στους τυφλούς οι οποίοι ασφαλίστηκαν μετά την 01/01/1993 σε φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης».
3. Στην περίπτωση α της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), η φράση «80%» αντικαθίσταται από τη φράση «67%».
4. Στην περίπτωση ε της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), η φράση «, που δεν επιδέχεται εφαρμογής τεχνητού μέλους» διαγράφεται.
5. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2556/97 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Προκειμένου για τα παιδιά, τα εγγόνια και τους προγονούς που συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους πριν από την εισαγωγή τους σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και εφόσον η εισαγωγή τους σε αυτές τις σχολές γίνει μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος με αυτό της ενηλικίωσης, το δικαίωμα σε σύνταξη, καθώς και το δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης γι αυτά, παρατείνεται για το χρονικό διάστημα μεταξύ του επόμενου της ενηλικίωσης μήνα και μέχρι το μήνα έναρξης του ακαδημαϊκού έτους.
6. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α) της παραγράφου 2 του άρθρου 26 του ν. 4038/2012 (Α’ 14), η λέξη «ευρώ» διαγράφεται.
7. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 61 του ν. 3996/2011 (Α΄170) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Η μηνιαία εισφορά, υπέρ του Τομέα Υγείας Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΥΜΕΔΕ) του Κλάδου Υγείας του ΕΤΑΑ, των συνταξιούχων του Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), ορίζεται σε ποσοστό 10% επί των καταβαλλόμενων συντάξεων της περίπτωσης α) της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3518/2006 (Α΄272), όπως κάθε φορά διαμορφώνεται ».
8. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ. της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 (Α΄48), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης οι δύο αδελφοί απαιτείται να είναι ορφανοί και από τους δύο γονείς ή ο εν ζωή γονέας να έχει συμπληρώσει το 75ο έτος της ηλικίας του ή εν ζωή γονέας να είναι ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω.
9. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Από 1/1/2012 και εφεξής, εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης οι μερισματούχοι του Μ.Τ.Π.Υ. που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των ν. 1897/1990 (Α΄120) και του άρθρου 6 του ν. 3620/2007 (Α΄276)»
Άρθρο 38
Προμηθευτικοί Συνεταιρισμοί
Με τη σύμφωνη γνώμη των συνταξιούχων μελών Προμηθευτικών Συνεταιρισμών, αποδεικνυόμενη με κάθε μέσο ιδίως με τις αιτήσεις εγγραφής των συνταξιούχων μελών των Συνεταιρισμών, επιτρέπεται η παρακράτηση ποσού της καταβαλλόμενης σύνταξής τους από τον ασφαλιστικό τους φορέα κλάδου κύριας και επικουρικής σύνταξης και η ταυτόχρονη απόδοσή του στον Προμηθευτικό Συνεταιρισμό στον οποίο είναι μέλη, για την εξόφληση πάσης φύσεως οφειλών τους προς τον Προμηθευτικό Συνεταιρισμό.
Το ύψος του μηνιαίως παρακρατούμενου ποσού δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του ποσού της εκάστοτε καταβαλλόμενης μηνιαίας δόσης της οφειλής των συνταξιούχων προς τους Προμηθευτικούς τους Συνεταιρισμούς.
Η παρακράτηση των ανωτέρω ποσών δε συνιστά σε καμία περίπτωση εκχώρηση απαίτησης, αλλά πάγια εντολή των συνταξιούχων προς τους Προμηθευτικούς Συνεταιρισμούς στους οποίους είναι μέλη.
Άρθρο 39
Ρυθμίσεις ΤΑΠΙΤ
1. «Η Περιφερειακή Υπηρεσία Πειραιά του ΤΑ.Π.Ι.Τ. επιπέδου Τμήματος καταργείται. Οι προβλεπόμενες αρμοδιότητες του καταργούμενου Τμήματος θα ασκούνται από τις αντίστοιχες οργανικές μονάδες της Γʼ Διεύθυνσης Εφάπαξ Παροχών της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΤΑ.Π.Ι.Τ.. Το προσωπικό που υπηρετεί στο Περιφερειακό Τμήμα Πειραιά τοποθετείται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου στην Κεντρική Υπηρεσία του ΤΑ.Π.Ι.Τ.»
2. «Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΑΠΙΤ και του ΤΕΑΙΤ, δύναται να ανατίθεται στο ΤΕΑΙΤ ο έλεγχος των εργοδοτών που απασχολούν μισθωτούς που υπάγονται στην ασφάλιση του Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ, η βεβαίωση των οφειλόμενων από αυτούς ασφαλιστικών εισφορών καθώς και η είσπραξη των εισφορών αυτών για λογαριασμό του Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ. Στην ανάθεση αυτή δύναται να συμπεριλαμβάνεται και η ρύθμιση από το ΤΕΑΙΤ των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονται προς τον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ, η χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας στους ενήμερους εργοδότες, η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και η επιστροφή από το ΤΕΑΙΤ για λογαριασμό του Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο χρόνος έναρξης και η διάρκεια της ανάθεσης, τα αρμόδια όργανα για την έκδοση των σχετικών αποφάσεων και την επίλυση των αναφυομένων διαφορών και αμφισβητήσεων, οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις, ο τρόπος απόδοσης των εισπραττομένων από το ΤΕΑΙΤ στο ΤΑΠΙΤ, η καταβλητέα προς το ΤΕΑΙΤ αποζημίωση, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση του άρθρου αυτού».
Άρθρο 40
ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
1. Η περίπτωση γ) της παραγράφου 6 της περίπτωσης Β του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Για τη χρηματοδότηση της παροχής κατ’ οίκον φροντίδας των ασφαλισμένων, θεσμοθετείται από 01.05.2012 η παροχή ποσοστού 0,2% των συνολικών ετήσιων εσόδων από εισφορές των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης κύριας ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, του Δημοσίου και του ΝΑΤ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να τροποποιείται το ύψος του ποσοστού της εισφοράς, να καθορίζονται περισσότερες κατηγορίες υπόχρεων καταβολής, να ρυθμίζονται οι διαδικασίες είσπραξης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέμα.»
2. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης α της παραγράφου 9 της περίπτωσης Β του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), που είναι το εξής: «- δύο μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ ΑΕΙ με εξειδίκευση στους τομείς της κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας που ορίζονται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης» αντικαθίσταται ως εξής:
« - έναν εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ) με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι προτείνονται από την ΕΣΑμεΑ,
- Έναν εκπρόσωπο της Ομοσπονδίας Συνταξιούχων Ελλάδας με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι ορίζονται από την ανωτέρω Ομοσπονδία.»
Άρθρο 41
Αναγνώριση χρόνου εργασίας στα ΒΑΡΕΑ & ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ
1. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 17 του ν.3863/2010 αντικαθίστανται από τότε που ίσχυσαν ως εξής : «Ο νέος Πίνακας Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων εφαρμόζεται από 1.1.2012. Όσοι απασχολούνται σε εργασίες ή επαγγέλματα, τα οποία εξαιρούνται από τον νέο Πίνακα Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, εξακολουθούν να ασφαλίζονται σύμφωνα με αυτόν, εφόσον έως 31-12-2011, οι μεν υπαχθέντες για πρώτη φορά σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης έως 31.12.1992 έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.600 ημέρες ασφάλισης σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οι δε ασφαλισμένοι σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993 και εφεξής τουλάχιστον 3.375 ημέρες ασφάλισης σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
Όσοι απασχολούνται σε εργασίες ή επαγγέλματα, τα οποία εξαιρούνται από τον νέο Πίνακα Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, δύνανται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να αναγνωρίσουν με εξαγορά το χρόνο πραγματικής απασχόλησής τους κατά το διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2015 σε εργασίες ή επαγγέλματα τα οποία εξαιρούνται από τον νέο Πίνακα των ΒΑΕ, προκειμένου να συμπληρώσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης, ήτοι 3.600 ημέρες ασφάλισης στα ΒΑΕ εκ των οποίων οι 1000 την τελευταία 13ετία πριν από την συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης για τους υπαχθέντες για πρώτη φορά σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης έως 31.12.1992 ή 3.375 για τους ασφαλισμένους από 1.1.1993 και εφεξής .
Η εξαγορά του παραπάνω χρόνου που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 1.200 ημέρες ασφάλισης , γίνεται στο μεν ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για κάθε μήνα με ποσοστό εισφοράς 3,60% στους δε φορείς επικουρικής ασφάλισης με ποσοστό εισφοράς 2% επί του 25πλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη όπως αυτό ίσχυε την 31.12.2011 . Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς γίνεται είτε εφάπαξ εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης αναγνώρισης οπότε παρέχεται έκπτωση 15% είτε σε μηνιαίες δόσεις ο αριθμός των οποίων ισούται με τον αριθμό των αναγνωριζόμενων μηνών με παρακράτηση του ποσού κάθε δόσης από τη σύνταξη».
Άρθρο 42
Ρυθμίσεις ΕΤΑΠ ΜΜΕ
1. Η εισφορά των εκδοτών εφημερίδων και περιοδικών του εδαφίου γ της παραγράφου 1 των άρθρων 33 του β.δ. 29.05/25.06.1958 «Περί εγκρίσεως καταστατικού ΤΑΕΤΑ» (Α’ 96) και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 166/21-25.09.1973 (Α’ 233) καθώς και η εισφορά των τυπογραφικών επιχειρήσεων της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 2556/1997 (Α’ 270) κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως και 31.12.2013 καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο δ της παραγράφου 1 του άρθρου 33 του ως άνω β.δ. 29.05/25.06.1958, εφόσον οι θέσεις εργασίας στις επιχειρήσεις αυτές καθ’όλο το χρονικό αυτό διάστημα ισούνται με ή υπερβαίνουν τον μέσο όρο των θέσεων εργασίας του Ιανουαρίου του έτους του 2012, σύμφωνα με τις μισθοδοτικές καταστάσεις που υπέβαλαν στο ΕΤΑΠ – ΜΜΕ.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ο χρόνος ισχύος της παρούσας διάταξης μπορεί να παραταθεί για χρονικό διάστημα έως και πέντε έτη.
2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του ν. 1186/1981 (Α’ 202) καταργείται από την 01.01.2012. Ασφαλισμένοι οι οποίοι έως την 31.12.2011 κατέβαλαν την πρόσθετη εισφορά του καταργούμενου άρθρου και δεν έχουν συνταξιοδοτηθεί, δικαιούνται να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα από το προβλεπόμενο εκάστοτε όριο ηλικίας κατά δέκα (10) ημέρες για κάθε έτος πληρωμής της ανωτέρω προσαύξησης.
3. Επιχειρήσεις Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.) που απασχόλησαν ή θα απασχολήσουν από 1-1-2010 μέχρι 31-12-2014 επιδοτούμενους ανέργους των Τομέων του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ, μπορούν να συμψηφίσουν ασφαλιστικές εισφορές με το ποσό που αντιστοιχεί στην ήδη καταβληθείσα επιδότηση, εφόσον δεν έχουν απολύσεις ανά έτος που υπερβαίνουν το ποσοστό του 5% των εργαζομένων.
Άρθρο 43
«Τροποποιήσεις του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και προαγωγή της διαφάνειας στη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς»
1. Στο τέλος του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (Α’ 130) προστίθεται παράγραφος που έχει ως εξής:
«Δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις, αν είναι αυτοαπασχολούμενοι, δεν απασχολούν κατά τελευταία τέσσερα έτη πριν την κατάθεση της αίτησης πέραν του ενός εργαζόμενου σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και οι οφειλές από τις εμπορικές πράξεις δεν υπερβαίνουν το ποσόν των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ».
2. α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Ο οφειλέτης μπορεί, πριν ή μετά την υποβολή της αίτησης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης, να επιδιώκει την επίτευξη συμβιβασμού με τους πιστωτές.»
β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010 καταργείται.
γ. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 η φράση «να προσκομίσει: α) τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 και β) υπεύθυνη δήλωση» αντικαθίσταται από τη φράση «να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση».
δ. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 η φράση «σε έξι μήνες» αντικαθίσταται από τη φράση «σε ένα έτος».
3. α. Το περιεχόμενο του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 καθίσταται παράγραφος 1 και προστίθενται στο τέλος του άρθρου παράγραφοι 2 και 3 ως εξής:
«2. Αν εκχωρηθεί απαίτηση πιστωτή προς τρίτους, ο εκδοχέας που δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην ελληνική επικράτεια οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην ελληνική επικράτεια κατά το άρθρο 142 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι την γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης με κύρια κατοικία ή έδρα στην ελληνική επικράτεια. Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων πιστωτών που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος της παρούσης.
3. Η αμοιβή των δικαστικών επιμελητών για τις επιδόσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου δεν μπορεί να υπερβαίνει το εβδομήντα της εκατό της ελάχιστης προβλεπόμενης για επίδοση δικογράφου αμοιβής.»
β. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιείται παραπάνω, τίθεται σε ισχύ έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
4. α) Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο που έχει ως ακολούθως:
«Σε περίπτωση αίτησης αναστολής πλειστηριασμού εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 938 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.»
β) Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί σύμφωνα με τους όρους της παρούσας και μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη.
γ) Στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 μετά τη φράση «Το Δικαστήριο μπορεί» προστίθεται η φράση «ανεξαρτήτως εκτελεστικής διαδικασίας».
5. Στο τέλος του άρθρου 7 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος που έχει ως εξής:
«7. Το άρθρο 208 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται και κατά τη συζήτηση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4.»
6. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο».
7. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 η φράση «τεσσάρων ετών» αντικαθίσταται από τη φράση «πέντε ετών» και μετά το εδάφιο αυτό προστίθεται τα ακόλουθα εδάφια:
«Το κατά το προηγούμενο εδάφιο χρονικό διάστημα αρχίζει με την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο. Σε περίπτωση που οι πραγματοποιηθείσες μετά την κατάθεση της αίτησης καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την απόφαση του δικαστηρίου, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να εξοφλήσει, εντόκως από την έκδοση της απόφασης, το υπολειπόμενο ποσόν μέχρι το έκτο έτος από την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή μέσα σε ένα έτος από την έκδοση της απόφασης με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.»
8. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και για εκκρεμούσες αιτήσεις, εφόσον η συζήτηση της αίτησης πραγματοποιείται μετά την πάροδο ενός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και με έναρξη του χρονικού διαστήματος των πέντε ετών της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 από τη δημοσίευση αυτή.
9. Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Το δικαστήριο δύναται να περιορίσει μετά από αίτημα του οφειλέτη, το χρονικό διάστημα της ρύθμισης μέχρι τα τρία έτη, που πάντως δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 35 έτη, αν κρίνει ότι η προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη δεν δικαιολογούν την προσδοκία για οποιαδήποτε μελλοντική καταβολή.»
10. Στο έβδομο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 η φράση «τα είκοσι έτη.» αντικαθίσταται από τη φράση «τα είκοσι έτη, εκτός αν η προσωπική κατάσταση του οφειλέτη και η ανάγκη εξυπηρέτησης της οφειλής δικαιολογούν μεγαλύτερη διάρκεια».
11. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:
«Το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4.»
12. Στο τέλος του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η απόφαση σε δεύτερο βαθμό υποχρεώνει τον οφειλέτη σε πρόσθετες καταβολές για το διανυθέν από την κατάθεση της αίτησης χρονικό διάστημα.»
13. α. Στο άρθρο 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται παράγραφος 4 με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«4. Απαιτήσεις του οφειλέτη από καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για ατομικό τραπεζικό λογαριασμό και δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Το όριο του ακατάσχετου υπολογίζεται με βάση το σύνολο των τραπεζικών καταθέσεων του οφειλέτη. Ο οφειλέτης, με υπεύθυνη δήλωση προς ένα εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων, μπορεί να προσδιορίζει τον λογαριασμό για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Εφόσον ο οφειλέτης διατηρεί λογαριασμό για την καταβολή των ποσών της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 του παρόντος τεκμαίρεται ως επιλεχθείς ο λογαριασμός αυτός. Εξαίρεση από τον περιορισμό αυτόν εισάγεται στην περίπτωση γ της παραγράφου 2 του παρόντος».
β. Η δήλωση του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπεται να καταχωρείται σε αρχείο οικονομικής συμπεριφοράς με αποκλειστικό σκοπό επεξεργασίας την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
14. Η παράγραφος 6 του άρθρου 2 ν. 2496/1997 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε κάποια από τις πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 1α, 27α και 27γ ή δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης ή δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παράγραφο 4, ο λήπτης της ασφάλισης έχει δικαίωμα να εναντιωθεί γραπτώς στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μέσα σε δέκα τέσσερεις (14) ημέρες από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Σε περίπτωση εναντίωσης, ματαιούται η σύναψη της σύμβασης. Το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται. Αν δεν ασκηθεί το δικαίωμα εναντίωσης, τα κενά που ανακύπτουν εξαιτίας της μη ένταξης όρων στη σύμβαση ή ακυρότητας αυτών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 καλύπτονται σύμφωνα τις επιταγές της καλής πίστης και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του λήπτη της ασφάλισης.»
15. Μετά το άρθρο 2 του ν. 2496/1997 (Α΄ 87) προστίθεται άρθρο 2α ως εξής:
«Άρθρο 2α
Ισότιμη πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στην ιδιωτική ασφάλιση
1. Ο ασφαλιστής υποχρεούται να διασφαλίζει στα άτομα με αναπηρία πρόσβαση στις υπηρεσίες ασφάλισης υπό προϋποθέσεις που δεν εισάγουν διακρίσεις. Διαφορετικές προϋποθέσεις πρόσβασης μπορούν να δικαιολογηθούν μόνον εφόσον στηρίζονται σε αναγνωρισμένες αρχές πρόσφορης εκτίμησης των κινδύνων, και ιδίως σε αναλογιστική εκτίμηση του κινδύνου βασισμένη σε στατιστικές έρευνες.
2. Αν ο λήπτης της ασφάλισης είναι πρόσωπο με αναπηρία ο ασφαλιστής παρέχει την ενημέρωση που προβλέπεται ως υποχρεωτική στον παρόντα νόμο και σε προσβάσιμη για τον λήπτη της ασφάλισης μορφή.»
16. Μετά το άρθρο 10 του ν. 2496/1997 προστίθενται άρθρο 10α ως εξής:
«Άρθρο 10α
Μεταβίβαση του δικαιώματος στο ασφάλισμα
Αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει εκχωρήσει το δικαίωμα στο ασφάλισμα σε τρίτο, και ο τελευταίος εντός 18 μηνών από την επέλευση των προϋποθέσεων καταβολής του ασφαλίσματος δεν εγείρει αξίωση καταβολής του, αποκτά ο εκχωρητής αυτοδικαίως το δικαίωμα να αξιώσει από τον ασφαλιστή την καταβολή του ασφαλίσματος στον τρίτο.»
17. Μετά το άρθρο 27 του ν. 2496/1997 (Α΄ 87) προστίθενται άρθρα 27α έως 27ζ ως εξής:
«Άρθρο 27α
Προσυμβατική ενημέρωση στις ασφαλίσεις ζωής
1. Εκτός από την ενημέρωση που προβλέπεται από άλλες διατάξεις, ο ασφαλιστής ενημερώνει κατά τρόπο σαφή και εύληπτο το λήπτη της ασφάλισης πριν από τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης ζωής, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, τον λήπτη ασφάλισης για τα κύρια χαρακτηριστικά της ασφάλισης, προκειμένου αυτός:
α) να συγκρίνει αυτή με άλλες επιλογές.
β) να κατανοεί ευλόγως τη φύση και τα χαρακτηριστικά της προσφερόμενης ασφάλισης και ως εκ τούτου να λαμβάνει απόφαση με βάση αντικειμενική πληροφόρηση.
2. Η ενημέρωση έχει ως ελάχιστο αντικείμενο:
α) το είδος της ασφάλισης,
β) τη διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης,
γ) το ασφάλιστρο, τον τρόπο και τον χρόνο καταβολής του, το ποσόν που αντιστοιχεί στην κύρια και σε κάθε συμπληρωματική παροχή, καθώς με διακεκριμένο τρόπο, ιδίως στην ασφάλιση ασθενειών, και τη συχνότητα και τα εύλογα για το λήπτη της ασφάλισης κριτήρια ή δείκτες με βάση τα οποία προσδιορίζεται η αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου, παραθέτοντας και σχετικό παράδειγμα.
δ) τους φόρους ή άλλα τέλη και το ύψος αυτών που επιβαρύνουν την ασφάλιση,
ε) τους γενικούς όρους ασφάλισης που ισχύουν για τη συγκεκριμένη ασφάλιση,
στ) τον τρόπο και το χρόνο απόδοσης της ασφαλιστικής παροχής καθώς και την έναρξη ισχύος όλων των καλύψεων, βασικών και συμπληρωματικών,
ζ) στοιχεία για το ύψος των εξόδων που έχουν συνυπολογιστεί στο ασφάλιστρο. Η ενημέρωση περιλαμβάνει τα έξοδα σύναψης της ασφάλισης (έξοδα πρόσκτησης) ως ένα ενιαίο συνολικό ποσόν και τα λοιπά έξοδα της ασφάλισης ως μέρος του ετήσιου ασφαλίστρου, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της ασφάλισης,
η) την εγγυημένη απόδοση του συσσωρευόμενου κεφαλαίου,
θ) τη συμμετοχή του λήπτη ασφάλισης στην πιθανή υπεραπόδοση καθώς το ποσοστό και τον τρόπο υπολογισμού αυτής,
ι) το δικαίωμα και τις προϋποθέσεις μετατροπής της ασφάλισης σε ελεύθερης καταβολής ασφαλίστρου, το δικαίωμα μερικής ή ολικής εξαγοράς, την μείωση της αξίας εξαγοράς και τις αρνητικές συνέπειες που συνεπάγεται η άσκησή τους για τον λήπτη της ασφάλισης. Η ενημέρωση αυτή αφορά και στον προσδιορισμό των αξιών εξαγοράς με σχετικό πίνακα εξαγορών στο βαθμό που οι αξίες είναι εγγυημένες,
ια) τις συνέπειες καθυστέρησης καταβολής του ασφαλίστρου,
ιβ) την υποχρέωση του λήπτη ασφάλισης να γνωστοποιήσει και να περιγράψει επακριβώς πληροφορίες κρίσιμες για τη συγκεκριμένη ασφάλιση, και την εκτίμηση του ασφαλιστέου κινδύνου καθώς και τις συνέπειες παράβασης αυτής της υποχρέωσης,
ιγ) την υποχρέωση του ασφαλιστή να ενημερώνει ετησίως το λήπτη της ασφάλισης για το σύνολο των καταβληθέντων ασφαλίστρων, την κατανομή των ασφαλίστρων σε επιμέρους παροχές, το συσσωρευμένο κεφάλαιο, το ποσόν της υπεραπόδοσης, το ποσοστό της απόδοσης και την αξία εξαγοράς.
3. Ο ασφαλιστής οφείλει να ενημερώνει τον λήπτη ασφάλισης για τις αποδόσεις της προηγούμενης πενταετίας ή τις αποδόσεις κατά το διάστημα που ήταν διαθέσιμη η ασφάλιση. Η περίοδος αναφοράς και η πηγή των πληροφοριών πρέπει να είναι σαφείς. Η πληροφόρηση υπογραμμίζει ότι τα αριθμητικά στοιχεία αναφέρονται στο παρελθόν και ότι οι προηγούμενες αποδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών αποδόσεων. Όταν η πληροφόρηση αφορά σε υποθετικές μελλοντικές αποδόσεις η πληροφόρηση βασίζεται σε εύλογες παραδοχές που μπορούν να τεκμηριωθούν με αντικειμενικά δεδομένα.
4. Η ενημέρωση της προηγούμενης παραγράφου δεν μπορεί να βασίζεται μόνον σε υπόδειξη πινάκων με αναφορά σε παραδείγματα, υποθετικές αποδόσεις ή οικονομικές συνέπειες. Κατά την παρουσίαση πινάκων με οικονομικές αναφορές διευκρινίζεται εάν οι αποδόσεις είναι βέβαιες ή υποθετικές. Οι πίνακες με υποθετικές αποδόσεις διακρίνονται από την περιγραφή της παροχής, παρατίθενται σε διακριτό από αυτή μέρος και δεν ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο. Η περιγραφή των υποθετικών αποδόσεων στηρίζεται στα ατομικά στοιχεία του λήπτη της ασφάλισης, στο συγκεκριμένο ασφάλιστρο και στο δηλούμενο επιτόκιο υπολογισμού. Αν πρόκειται για ασφάλιση ζωής με επενδυτικό χαρακτήρα με κίνδυνο απώλειας του επενδυόμενου κεφαλαίου, η αναφορά σε παραδείγματα περιλαμβάνει και την εκδοχή απώλειας κεφαλαίου.
5. Συμβατική παραίτηση του λήπτη της ασφάλισης από το δικαίωμα ενημέρωσης είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.
6. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής οφείλει να προβαίνει σε προφορική παρουσίαση των σημαντικών στοιχείων της ασφάλισης και παροχή εξηγήσεων.
Άρθρο 27β
Προσυμβατική αξιολόγηση στις ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις
1. Πριν από τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις, ο ασφαλιστής, εκτός των λοιπών υποχρεώσεων που προκύπτουν από άλλες διατάξεις, οφείλει να εκτιμήσει εάν ο λήπτης της ασφάλισης διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις, εμπειρία και εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να αξιολογεί δεόντως του σχετικούς κινδύνους.
2. Εφόσον ο ασφαλιστής κρίνει ότι ο λήπτης της ασφάλισης δεν διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις, εμπειρία και εξειδίκευση της προηγούμενης παραγράφου, οφείλει να εκτιμήσει εάν η σχεδιαζόμενη ασφάλιση είναι κατάλληλη για τις ανάγκες του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου και συνάδει με τους στόχους, τις προσδοκίες και τις δυνατότητές του.
3. Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων ο ασφαλιστής οφείλει να συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη γνώση και την εμπειρία του λήπτη της ασφάλισης σχετικά με την προτεινόμενη ασφάλιση ή τον επενδυτικό τομέα με τον οποίο συνδέεται η ασφάλιση αυτή, την καταλληλότητα αυτής, και ιδίως σχετικά με:
α) το χρονικό διάστημα για το οποίο ο λήπτης της ασφάλισης επιθυμεί να διατηρήσει την ασφάλιση,
β) τις προτιμήσεις του λήπτη της ασφάλισης για το είδος της ασφάλισης και το βαθμό ανάληψης επενδυτικού κινδύνου,
γ) τα επενδυτικά χαρακτηριστικά του λήπτη της ασφάλισης και τη σχετική του πείρα σε σχέση με παρόμοια επενδυτικά προϊόντα,
δ) τους σκοπούς της ασφάλισης και τις ασφαλιστικές ανάγκες του λήπτη της ασφάλισης
ε) την προέλευση και το ύψος των τακτικών εισοδημάτων του λήπτη της ασφάλισης,
στ) τα περιουσιακά στοιχεία του λήπτη της ασφάλισης, ιδίως τα ρευστά του διαθέσιμα, τις επενδύσεις και τα ακίνητά του,
ζ) τις τακτικές οικονομικές υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης, και
η) το μορφωτικό επίπεδο, τις γνώσεις και το επάγγελμα του λήπτη της ασφάλισης.
4. Εάν ο ασφαλιστής κρίνει ότι μια συγκεκριμένη ασφάλιση δεν είναι κατάλληλη για τον λήπτη της ασφάλισης, οφείλει να τον ενημερώσει εγγράφως προειδοποιώντας τον για τους ενδεχόμενους κινδύνους που αναλαμβάνει.
5. Εάν ο λήπτης ασφάλισης που συνδέεται με επενδύσεις δεν παρέχει τις πληροφορίες τις οποίες του ζητά, κατά την προηγούμενη παράγραφο, ο ασφαλιστής ή παρέχει ανεπαρκείς πληροφορίες, ο ασφαλιστής παρέχει σε αυτόν εύλογο χρονικό διάστημα για τη χορήγησή τους, προειδοποιώντας τον ότι άνευ αυτών δεν μπορεί να εκτιμήσει ότι η συγκεκριμένη ασφάλιση είναι κατάλληλη γι αυτόν σύμφωνα με τα επενδυτικά του χαρακτηριστικά.
6. Η αξιολόγηση των παραπάνω πληροφοριών και η ένταξη του λήπτη της ασφάλισης σε συγκεκριμένη επενδυτική κατηγορία που αντιστοιχεί στα επενδυτικά χαρακτηριστικά και δυνατότητές του γίνεται από τον ασφαλιστή μέσω συμβούλων ή συνεργατών, οι οποίοι διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις και εμπειρία.
Άρθρο 27γ
Προσυμβατική ενημέρωση στις ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις
1. Στις περιπτώσεις σύμβασης ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις, πέραν των υποχρεώσεων που απορρέουν από το προηγούμενο άρθρο, ο ασφαλιστής ενημερώνει τον λήπτη της ασφάλισης για τα ακόλουθα:
α) τη σύνδεση του εφάπαξ ή τμηματικά καταβαλλόμενου ασφαλίστρου με επενδύσεις οποιασδήποτε φύσης και αντικειμένου, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους αυτών, τη μεταβλητότητα της απόδοσής τους καθώς και το βαθμό κινδύνου απώλειας του κεφαλαίου. Αν οι παροχές του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνδέονται με μονάδες επένδυσης, δίνονται επιπλέον πληροφορίες για το είδος και τα χαρακτηριστικά των μονάδων με τις οποίες συνδέονται οι παροχές.
β) την πιθανή εγγύηση κεφαλαίου και το συναφές ασφάλισμα που θα λάβει ο λήπτης της ασφάλισης, καθώς και ενημέρωση για το πρόσωπο του παρέχοντος την εγγύηση κεφαλαίου ή οποιαδήποτε άλλης μορφής εγγύηση, και συγκεκριμένα εάν αυτό είναι η ασφαλιστική εταιρεία, πιστωτικό ίδρυμα, εκδότης κινητής αξίας ή άλλο πρόσωπο,
γ) το ακριβές αντικείμενο και είδος της επένδυσης, καθώς και το ποσοστό κατανομής σε διαφορετικά είδη επενδύσεων,
δ) τις επενδυτικές στρατηγικές του ασφαλιστή και τα κριτήρια αυτών,
ε) την κατοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή κεφαλαίων του λήπτη της ασφάλισης από τρίτο για λογαριασμό του ασφαλιστή, καθώς και για την ευθύνη που έχει αυτός, για πράξεις ή παραλείψεις του τρίτου και για τις συνέπειες για τον λήπτη της ασφάλισης από ενδεχόμενη αφερεγγυότητα του τρίτου,
στ) την κατοχή από τρίτο σε συλλογικό λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων του λήπτη της ασφάλισης, γεγονός που υποχρεώνει τον ασφαλιστή σε ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης για τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται, και
ζ) με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων από το ν.δ. 400/70, την εφαρμογή νομοθεσίας κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με λογαριασμούς χρηματοπιστωτικών μέσων ή κεφαλαίων του λήπτη της ασφάλισης πελάτη, γεγονός που υποχρεώνει τον ασφαλιστή να επισημαίνει στον λήπτη της ασφάλισης ότι τα δικαιώματα του, ως προς τα συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα ή κεφάλαια του, μπορεί να διαφέρουν ανάλογα.
2. Συμβατική παραίτηση του λήπτη της ασφάλισης από το δικαίωμα ενημέρωσης είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα, εκτός εάν ο ασφαλιστής έχει εκτιμήσει ότι ο λήπτης της ασφάλισης διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις, εμπειρία και εξειδίκευση, ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να αξιολογεί δεόντως του σχετικούς κινδύνους, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 28β.
3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε κάθε τροποποίηση σύμβασης ασφάλισης ζωής συνδεδεμένης με επενδύσεις.
Άρθρο 27δ
Υποχρεώσεις ασφαλιστικού διαμεσολαβητή
1. Εκτός των υποχρεώσεών του που προκύπτουν από άλλες διατάξεις, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, κατά την έννοια της περίπτωσης 5 του άρθρ. 2 του π.δ. 190/2006, υποχρεούται κατά τη διαμεσολάβησή του σε ασφάλιση ζωής, ατυχημάτων και ασθενειών να:
α) συλλέγει επιμελώς επαρκείς πληροφορίες και στοιχεία από το λήπτη της ασφάλισης και να τις μεταβιβάζει στον ασφαλιστή,
β) ενημερώνει επακριβώς το λήπτη της ασφάλισης για το είδος της σχέσης του με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους ασφαλιστές, εκτός αν διαμεσολαβεί στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων ή σε αντασφάλιση,
γ) ενημερώνει επαρκώς το λήπτη της ασφάλισης για τα χαρακτηριστικά της ασφάλισης, τους κινδύνους της καθώς και τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης,
δ) να ενημερώνει, πριν από κάθε εξαγορά ή μεταφορά ασφάλισης, τον λήπτη της ασφάλισης για τις έννομες και οικονομικές συνέπειες της επιλογής του,
2. Παραβίαση των παραπάνω υποχρεώσεων γεννά δικαίωμα αποζημίωσης του λήπτη της ασφάλισης, εκτός εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής αποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητάς του. Ο ασφαλιστής ευθύνεται εις ολόκληρον με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή έναντι του λήπτη της ασφάλισης για την παραβίαση της διάταξης της περίπτωσης γ) της προηγούμενης παραγράφου, εκτός αν αποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητάς του.»
Άρθρο 27ε
Υποχρεώσεις ενημέρωσης σε ομαδικά συμβόλαια ασφάλισης
Για τη συμμετοχή σε ομαδικά συμβόλαια ασφάλισης ζωής, ασθενειών ή ατυχημάτων, όταν ο λήπτης της ασφάλισης είναι πρόσωπο διαφορετικό του ασφαλισμένου, ο ασφαλισμένος λαμβάνει:
α) ενημέρωση για την οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η συμμετοχή του σε ομαδικό συμβόλαιο ασφάλισης,
β) την προσυμβατική ενημέρωση που λαμβάνει ο λήπτης της ασφάλισης, με εξαίρεση το ύψος του ασφαλίστρου αν ο ασφαλισμένος δεν συμμετέχει σε αυτό,
γ) βεβαίωση ασφάλισης που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και με την επιφύλαξη της εξαίρεσης του προηγούμενου εδαφίου για το ασφάλιστρο, και
δ) χορήγηση των γενικών όρων του συμβολαίου που αφορούν την έννομη θέση του ασφαλισμένου.
Άρθρο 27στ
Ενημέρωση κατά τη διάρκεια της ασφάλισης
Ο ασφαλιστής υποχρεούται να ενημερώνει εγγράφως το λήπτη της ασφάλισης ζωής, ασθενειών και ατυχημάτων, χωρίς επιπλέον χρέωση, τουλάχιστον ετησίως, σχετικά με:
α) τα ετησίως καταβαλλόμενα ασφάλιστρα και την κατανομή τους στις επιμέρους καλύψεις που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο,
β) το συσσωρευμένο κεφάλαιο (μαθηματικό απόθεμα) με βάση το εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο που προβλέπεται στη σύμβαση,
γ) το ποσόν της υπεραπόδοσης που πραγματοποιήθηκε κατά τη χρήση από την απόδοση των επενδύσεων του μαθηματικού αποθέματος πέραν από το εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο και το ποσοστό της απόδοσης αυτής,
δ) το ποσό της απόδοσης που πραγματοποιήθηκε από τις επανεπενδύσεις των επενδυόμενων ποσών εφόσον πρόκειται για ασφαλίσεις συνδεδεμένες με επενδύσεις και επιπλέον των υποχρεώσεων του άρθρου 13γ του ν.δ. 400/1970 (Α’ 10) και
ε) την αξία εξαγοράς, τις επιβαρύνσεις που μειώνουν αυτή και τις συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς ή η μετατροπή της ασφάλισης σε ελεύθερη καταβολής ασφαλίστρων.
Άρθρο 27ζ
Οργανωτικές απαιτήσεις για τις ασφάλειες ζωής που συνδέονται με επενδύσεις
1. Αν ο ασφαλιστής προσφέρει ασφάλειες ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 του ν. 3606/2007 (Α’ 195), οφείλει να συμμορφώνεται στις οργανωτικές απαιτήσεις των ΑΕΠΕΥ κατά τις παρ. 5 και 6 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3606/2007 και των νομοθετημάτων που τον συμπληρώνουν. Ο έλεγχος συμμόρφωσης προς την παραπάνω υποχρέωση διενεργείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
2. Ο ασφαλιστής οφείλει να λαμβάνει κάθε μέτρο αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 13 ν. 3606/2007. Ο έλεγχος συμμόρφωσης προς την παραπάνω υποχρέωση διενεργείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
3. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δεν μπορούν να προσφέρουν ασφάλειες ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, αν δεν διαθέτουν ειδικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας. Οι εξετάσεις για τη χορήγηση του ειδικού πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας διενεργούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Με κοινή απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται τα τυπικά προσόντα και οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στις εξετάσεις, η εξεταστέα ύλη, η διοργάνωση σχετικών σεμιναρίων επιμόρφωσης, η διαδικασία των εξετάσεων, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης και ανάκλησης του πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας, τα τέλη που πρέπει να καταβάλουν οι υποψήφιοι και οι εταιρείες στις οποίες απασχολούνται ή πρόκειται να απασχοληθούν και κάθε σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση προβλέπεται μεταβατική περίοδος για την κτήση του πιστοποιητικού επαγγελματικής κατάρτισης από πρόσωπα τα οποία ασκούν ήδη νόμιμα την δραστηριότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Με όμοια απόφαση μπορεί να προβλέπεται η διαδικασία αναγνώρισης πιστοποιητικών επαγγελματικής επάρκειας που έχουν χορηγηθεί με διαδικασία πιστοποίησης κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίστοιχης με αυτή του άρθρου αυτού, η δυνατότητα ανάθεσης, εν όλω ή εν μέρει, της διενέργειας των εξετάσεων σε άλλους φορείς, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με την εφαρμογή εξαίρεσης από τη συμμετοχή σε εξετάσεις. Η έναρξη της ισχύος του πρώτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου ορίζεται ομοίως με κοινή απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»
18. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 29 του ν. 2496/1997 αντικαθίστανται ως εξής:
«3. Ο λήπτης ατομικής ασφάλισης έχει το δικαίωμα να ζητήσει οποτεδήποτε την αξία εξαγοράς της ασφάλισης ζωής. Με το ασφαλιστήριο επιτρέπεται να μη συμφωνηθεί αξία εξαγοράς για το πρώτο έτος. Στην ομαδική ασφάλιση μπορεί να συμφωνηθεί διαφορετικά. Η αξία εξαγοράς είναι το ποσόν που προκύπτει σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους αναλογιστικούς κανόνες από τα καταβληθέντα ασφάλιστρα αποταμίευσης, αφαιρώντας τα έξοδα πρόσκτησης σύμφωνα με τα επόμενα εδάφια. Στις ασφαλίσεις ζωής με περιοδική καταβολή ασφαλίστρου δεν επιτρέπεται σε καθένα μετά το πρώτο έτος να αφαιρούνται έξοδα πρόσκτησης που υπερβαίνουν το ποσόν που ανακύπτει από την ισομερή κατανομή του υπολοίπου των εξόδων πρόσκτησης σε τουλάχιστον δέκα έτη της ασφάλισης, εκτός αν η διάρκεια αυτής είναι μικρότερη, οπότε η ισομερής κατανομή γίνεται στα έτη που ακολουθούν μέχρι τη λήξη της. Αν έχουν καταβληθεί πριν από την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς δύο πλήρη ετήσια ασφάλιστρα η αφαίρεση εξόδων πρόσκτησης στο πρώτο έτος δεν μπορεί να υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό του ετήσιου ασφαλίστρου. Συμφωνία για μείωση του ποσού εξαγοράς εξαιτίας μη αποσβεσθέντων εξόδων πρόσκτησης είναι άκυρη. Με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να συμφωνηθεί για τις ασφαλίσεις ζωής με περιοδική καταβολή ασφαλίστρου η μείωση της αξίας εξαγοράς σε ποσοστό μέχρι δέκα τοις εκατό το πρώτο έτος της ασφάλισης, το οποίο ποσοστό μειώνεται κατά μία τουλάχιστον ποσοστιαία μονάδα για κάθε έτος ασφάλισης που ακολουθεί. Για τις ασφαλίσεις ζωής με εφάπαξ καταβολή ασφαλίστρου μπορεί να συμφωνηθεί μείωση της αξίας εξαγοράς για τα πρώτα πέντε έτη της ασφάλισης που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ήμισυ του ποσοστού του προηγούμενου εδαφίου. Την υποχρέωση καταβολής των αξιών εξαγοράς έχει ο ασφαλιστής και σε κάθε περίπτωση λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης.
4. Τα έξοδα πρόσκτησης της ασφάλισης ως ενιαίο συνολικό ποσόν και τα λοιπά έξοδα της ασφάλισης ως ποσοστό του ετήσιου ασφαλίστρου, το ποσοστό της συμμετοχής του λήπτη της ασφάλισης στην πιθανή υπεραπόδοση και ο τρόπος υπολογισμού αυτής αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ευδιάκριτο στο ασφαλιστήριο. Η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής γεννά αντίστοιχα αξίωση του λήπτη της ασφάλισης για καταβολή σε αυτόν των εξόδων που παραλήφθηκαν και την πλήρη συμμετοχή του στην πιθανή υπεραπόδοση.»
19. Στο τέλος του άρθρου 33 του ν. 2496/1997 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
«5. Κάθε λήπτης της ασφάλισης ή ασφαλισμένος έχει το δικαίωμα να ζητά αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την παραβίαση των διατάξεων του παρόντος νόμου.
6. Για κάθε παράβαση από τον ασφαλιστή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 6, της παραγράφου 7 του άρθρου 7, του άρθρου 27στ και των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 29 του παρόντος νόμου επιβάλλεται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης πρόστιμο που ανέρχεται από δύο χιλιάδες (2.000) έως τετρακόσιες χιλιάδες (400.000) ευρώ. Αρμόδια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου είναι η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή. Για την επιβολή του προστίμου εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του άρθρου 13α του ν. 2251/1994. Για κάθε παράβαση των άρθρων 2α, 27α έως 27ε και 27ζ του ν. 2496/97 επιβάλλεται το παραπάνω πρόστιμο από την Τράπεζα της Ελλάδος.
7. Κατά την επιμέτρηση του προστίμου σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο λαμβάνονται ιδίως υπόψη και συνεκτιμώνται: α) η βαρύτητα της παράβασης, β) η συχνότητα αυτής, γ) η διάρκειά της, δ) οι ειδικές συνθήκες τέλεσής της, ε) η ύπαρξη υπαιτιότητας, στ) ο κύκλος εργασιών του παραβάτη, ζ) οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης και η) η υπότροπη συμπεριφορά.
8. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 οι διατάξεις του παρόντος δεν θίγουν τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος για τον έλεγχο και την επιβολή κυρώσεων για παραβιάσεις της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας.».
20. Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 ν. 1569/1985 (Α’ 183) αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Αν για οποιονδήποτε λόγο λήξει ή λυθεί η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα κάθε έτος και για χρονικό διάστημα τριών ετών για τις συμβάσεις ασφάλισης ζημιών την ετήσια προμήθεια που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί αυτό το διάστημα να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την δικαιούταν αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση. Για τις συμβάσεις ασφάλισης ζωής η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει κάθε έτος και για χρονικό διάστημα δέκα ετών στον πράκτορα το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της ετήσιας προμήθειας που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί αυτό το διάστημα να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την δικαιούταν αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση. Τα δικαιώματα επί των παραπάνω προμηθειών μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής ή καθολικής διαδοχής. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλιστικού πράκτορα, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει την προμήθεια στα πρόσωπα που ο πράκτορας όρισε ειδικά ως δικαιούχους ή αν δεν όρισε δικαιούχους στους κληρονόμους του. Δεν οφείλεται προμήθεια αν ο πράκτορας τέλεσε με δόλο σοβαρό παράπτωμα που συνεπάγεται αστική ευθύνη του απέναντι στον ασφαλιστή. Η εταιρεία υποχρεούται να παρέχει στον πράκτορα ή τον δικαιούχο που αυτός όρισε ή τον καθολικό ή ειδικό διάδοχο των απαιτήσεών του κάθε έτος αναλυτική κατάσταση με τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα από συμβάσεις ασφαλίσεων της παραγωγής του και την προμήθεια που σύμφωνα με τα παραπάνω του αναλογεί. Άρνηση της εταιρίας να χορηγήσει στον πράκτορα εντός ενός μηνός από την υποβολή του αιτήματος την αναλυτική κατάσταση του προηγούμενου εδαφίου για τα ασφάλιστρα του προηγούμενου έτους επιφέρει αναστροφή του βάρους απόδειξης ως προς το ύψος της προμήθειας που δικαιούται να εισπράξει ο πράκτορας».
21. Η παράγραφος 6 και το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 4 ν. 1569/1985, όπως τροποποιείται με την παράγραφο 8 του παρόντος, ισχύουν για τις ασφαλίσεις που συνάπτονται από την έναρξη της ισχύος του νόμου.
22. Οι παράγραφοι 14 έως 21 τίθενται σε ισχύ τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
23. Η περίπτωση στ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν. 2251/1994 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«στ) από έναν εκπρόσωπο από κάθε πιστοποιημένη ένωση καταναλωτών.
Στο τέλος της ίδιας παραγράφου προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«λδ) Έναν Εκπρόσωπο της «Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία» (Ε.Σ.Α.μεΑ.)»
24. α. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 ν. 2251/1994 η φράση «Τα υπό στοιχεία στ έως και λα μέλη» αντικαθίσταται από τη φράση «Τα υπό στοιχεία στ έως λα και λδ μέλη».
β. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 12 ν. 2251/1994 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Αν ένωση καταναλωτών δεν προτείνει τον εκπρόσωπό της εντός της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, δεν ορίζεται εκπρόσωπός της».
γ. Το τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 2251/1994 καταργούνται και στο τέλος της παραγράφου προστίθεται το εδάφιο:
«Σε περίπτωση ανάκλησης της πιστοποίησης ένωσης καταναλωτών ανακαλείται αυτοδικαίως και η συμμετοχή του εκπροσώπου της στο Ε.Σ.Κ.Α.».
25. Η παράγραφος 7 του άρθρου 12 του ν. 2251/1994 αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«7. Στο Ε.Σ.Κ.Α. συνιστάται Εκτελεστική Επιτροπή που αποτελείται από επτά μέλη που εκλέγονται από τα μέλη που εκπροσωπούν ενώσεις καταναλωτών και τέσσερα μέλη που εκλέγονται από τα λοιπά μέλη που εκπροσωπούν φορείς. Για την εκλογή των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής κάθε μέλος του Ε.Σ.Κ.Α. μπορεί να ψηφίσει μέχρι δύο υποψηφίους. Τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής εκλέγουν τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο αυτής. Η Εκτελεστική Επιτροπή συντονίζει τις εργασίες του Ε.ΣΚΑ, μεριμνά για την εκπλήρωση του σκοπού του, εκφράζει, σε περίπτωση που κρίνεται επείγον και αναγκαίο, θέσεις και προτάσεις επί θεμάτων της αγοράς, οι οποίες και υποβάλλονται προς έγκριση στο Ε.Σ.Κ.Α. κατά την πρώτη συνεδρίαση που ακολουθεί.»
Άρθρο 44
Ρυθμίσεις ΟΑΕΔ
1. Στο άρθρο 4 του Ν. 2956/2001 «Αναδιάρθρωση Ο.Α.Ε.Δ. και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄258) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Όταν ο Διοικητής του Ο.Α.Ε.Δ. απουσιάζει, ελλείπει ή κωλύεται, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του ως Διοικητή και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού από τον πρώτο κατά τη σειρά ορισμού εκ των Αντιπροέδρων και αν αυτός απουσιάζει, ελλείπει ή κωλύεται, από τον δεύτερο».
2. Η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του Ν. 2956/2001 καταργείται.
3. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 και 6, του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β) και γ), του άρθρου 6 παρ. 1 έως και 7 και του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2956/2001 «Αναδιάρθρωση Ο.Α.Ε.Δ. και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄258) καταργούνται από την 1η – 01 – 2010.
4. Τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν.3996/2011 (Α’ 170) αντικαθίστανται ως εξής:
«Η άσκηση των αρμοδιοτήτων από τον Ο.Α.Ε.Δ. που είναι σχετικές με την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών, κατά τις ρυθμίσεις του ν.2643/1998 (Α’ 220), εξακολουθούν να ασκούνται από τον Ο.Α.Ε.Δ. και μετά την 30.6.2012».
5. Οι περιπτώσεις 39, 40, 41, 42, 43 και 44 της παρ. ΙΙ του άρθρου 280 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) καταργούνται από την έναρξη ισχύος του.
Άρθρο 45
Προσλήψεις βάσει του ν. 2643/1998
Στο τέλος της περίπτωσης Α της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998 (Α΄ 220), όπως αντικαταστάθηκε από την περίπτωση β της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 3454/2006 (Α΄ 75), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Από τον αριθμό των προσώπων που προκύπτει ότι υποχρεούται να προσλάβει η επιχείρηση ή εκμετάλλευση με βάση τα ανωτέρω επί μέρους ποσοστά, αφαιρούνται κατά κατηγορία προστασίας τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στον παρόντα νόμο και έχουν προσληφθεί οικειοθελώς από την επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Οι οικειοθελείς προσλήψεις της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης που λογίζονται ως υποχρεωτικές προσλήψεις σε αυτή, έως τον αριθμό με τον οποίο συμπληρώνονται τα ανωτέρω ποσοστά υποχρεωτικών προσλήψεων, διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την ημερομηνία τοποθέτησης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του εδαφίου αυτού.»
2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998 (Α΄220) όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 64 του ν. 3996/2011 (Α΄170) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«2. Για τον υπολογισμό των ποσοστών της προηγούμενης παραγράφου, στο προσωπικό της υπόχρεης επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή φορέα συνυπολογίζονται: α) Οι υπάλληλοι και οι εργατοτεχνίτες που υπηρετούν σε αυτήν, ανεξάρτητα από τον τύπο και τη μορφή της σύμβασής τους. Δεν συνυπολογίζονται εκείνοι που προσλαμβάνονται για σύντομο χρονικό διάστημα. β) Τα πρόσωπα που τοποθετήθηκαν αναγκαστικά σε κάθε υπόχρεη επιχείρηση με το ν. 1648/1986 (ΦΕΚ 147 Α') ή με οποιαδήποτε προηγούμενη προστατευτική διάταξη, ή με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Δεν συνυπολογίζονται τοποθετήσεις προσώπων που υπάγονται στον παρόντα νόμο, εφόσον γίνονται οικειοθελώς από την επιχείρηση. Τυχόν κλάσμα που προκύπτει κατά τον υπολογισμό του αριθμού αυτών που προσλαμβάνονται, αν υπερβαίνει τη μισή μονάδα, υπολογίζεται ως ακέραιη μονάδα.»
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΓΚΑ και ΦΚΑ
ΑΡΘΡΟ 46
Ρυθμίσεις ΕΤΕΑ
1. Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 46 του ν.4052/2012 (41 Α΄) προστίθενται τα παρακάτω εδάφια ως εξής:
«Οι προϊστάμενοι οργανικών μονάδων των εντασσόμενων Φορέων και Κλάδων Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι έχουν οριστεί μέλη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, τοποθετούνται σε αντίστοιχου επιπέδου οργανική μονάδα του ΕΤΕΑ σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.
Εφόσον δεν επαρκούν οι θέσεις προϊσταμένων οργανικής μονάδας του ΕΤΕΑ οι υπάλληλοι τοποθετούνται ως προϊστάμενοι σε οργανική μονάδα του αμέσως κατώτερου επιπέδου.
Αν κενωθεί θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας, σε αυτήν τοποθετείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα κριτήρια του πρώτου εδαφίου, κατά προτεραιότητα, προϊστάμενος αντίστοιχου επιπέδου από αυτούς που ήταν προϊστάμενοι στους εντασσόμενους φορείς και κλάδους.
Οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, οι οποίοι εξακολουθούν να υπηρετούν με απόσπαση από τη ΔΕΗ Α.Ε. στο ΕΤΕΑ, τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων του ΕΤΕΑ με αντικείμενο την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού της ΔΕΗ Α.Ε.».
2. Οι διατάξεις της Φ.10050/οικ.20496/4067/04-08-2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ισχύουν και για το αποσπασμένο στο ΕΤΕΑ προσωπικό της ΔΕΗ Α.Ε., με εξαίρεση το άρθρο 2 το οποίο αντικαθίσταται ως εξής για το εν λόγω προσωπικό: «Διακοπή της απόσπασης μισθωτού της ΔΕΗ από το ΕΤΕΑ μπορεί να γίνει με απόφαση του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ».
Άρθρο 47
Διαχωρισμός περιουσίας ΤΥΔΚΥ και ΟΠΑΔ με ΕΟΠΥΥ
Το ένατο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 25 του ν. 3918/2011 (Α,31), αντικαθίσταται ως ακολούθως :
«Η κινητή και ακίνητη περιουσία του Τομέα Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων/ Ο.Π.Α.Δ. κατανέμεται κατά ποσοστό 50% και 50% μεταξύ του Τομέα και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. του δε Ο.Π.Α.Δ. κατά ποσοστό 6,54% και 93,46% μεταξύ του Τομέα Υγείας Ασφαλισμένων του Δημοσίου /ΟΠΑΔ και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.»
Άρθρο 48
Κοινωνική Οικονομία
1. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν.3144/2003 (Α’ 111), όπως προστέθηκε με την παράγραφο του άρθρου 14 του ν. 4019/2011 (Α’ 216) αντικαθίσταται ως εξής:
«Το Τμήμα Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας της Διεύθυνσης Κοινωνικής Προστασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχει συσταθεί βάση της παρ. 1 και της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, μεταφέρεται στην Ειδική Υπηρεσία για την Κοινωνική Ένταξη και την Κοινωνική Οικονομία του άρθρου 15 και μετονομάζεται σε Μονάδα Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας. Στη Μονάδα Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας τηρείται το Γενικό Μητρώο της παραγράφου 1 και τα επιμέρους Μητρώα αυτού.»
2. Στο άρθρο 14 του ν. 4019/2011 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Στη Μονάδα Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας της Ειδικής Υπηρεσίας για την Κοινωνική Ένταξη και την Κοινωνική Οικονομία κατανέμονται έξι (6) θέσεις από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 της με αριθμ. 1.7723/οικ. 4376/2011 (ΦΕΚ 1403/Β’) Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Άρθρο 49
Ρυθμίσεις ΤΠΔΥ
1. Τα αποθεματικά του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων μεταφέρονται και κατατίθενται υποχρεωτικά στο δεσμευμένο τομέα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, με απόδοση επί των πιστωτικών υπολοίπων ίση με την παρεχόμενη από το «Κοινό Κεφάλαιο Νομικών Προσώπων Δημοσίου και Ασφαλιστικών Φορέων», που διαχειρίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος.
2. Συνιστώνται στο δεσμευμένο τομέα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ειδικοί δοσοληπτικοί λογαριασμοί ανά Τομέα Προνοίας του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, το επιτόκιο, η διάρκεια, το ανώτατο ποσό χρεωστικού υπολοίπου, οι ασφάλειες, οι λοιποί όροι καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την τήρηση και λειτουργία των οποίων καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών.
Άρθρο 50
Ασφάλιση δικαστικών λειτουργών
Οι δικαστικοί λειτουργοί που διορίζονται στο Δημόσιο από 1/1/2011 και μετά, υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια για κύρια σύνταξη σε ειδικό κλάδο με λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του κλάδου κύριας ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.).
Για την ασφάλιση των ανωτέρω προσώπων στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ε.Τ.Α.Α. έχουν εφαρμογή τα προβλεπόμενα από το άρθρο 22 του ν.2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), για τους εμμίσθους ασφαλισμένους. Η εργοδοτική εισφορά βαρύνει το Δημόσιο.
Το ύψος της καταβαλλόμενης σύνταξης υπολογίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 28, 29 παρ.1, και 30 του ν.2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), όπως ισχύουν, της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν.3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α΄), και των άρθρων 2, 3 και 4 του ν.3863/2010 (ΦΕΚ 115 Α΄).
Άρθρο 51
ΔΣ ΗΔΙΚΑ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 11 του Καταστατικού της ΗΔΙΚΑ ΑΕ, το οποίο περιέχεται στο Άρθρο Πέμπτο του ν. 3607/2007, όπως τροποποιήθηκε με το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης στ της παραγράφου 12 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α’ 226), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από επτά (7) μέλη ως ακολούθως: τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, έναν (1) εκπρόσωπο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, έναν (1) εκπρόσωπο του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, έναν (1) ειδικό επιστήμονα, έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και έναν (1) εκπρόσωπο των εργαζομένων .»
Άρθρο 52
Ρυθμίσεις ΟΓΑ
1. Στο τέλος της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του ν. 3918/2011 (Α’ 31), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011, προστίθενται εδάφια, ως ακολούθως:
«Στην Κεντρική Υπηρεσία του ΟΓΑ δύνανται να παραμείνουν, κατ΄ εξαίρεση των αναφερομένων στο προηγούμενο εδάφιο, δύο από τους υπηρετούντες στον Οργανισμό υπαλλήλους, Κλάδου Ιατρών, με την ίδια εργασιακή σχέση και στην οργανική θέση, Κλάδο και βαθμό που κατέχουν, κατόπιν υποβολής αίτησης που πρέπει να υποβληθεί εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αποδοχή των αιτήσεων γίνεται με απόφαση του Διοικητή του ΟΓΑ, ύστερα από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Οργανισμού. Κριτήρια για την επιλογή είναι η εμπειρία στο συγκεκριμένο έργο και η υπηρεσιακή αρχαιότητα.
Οι ανωτέρω ιατροί του ΟΓΑ εισηγούνται, για την αποδοχή ή μη των αποφάσεων των ΚΕ.Π.Α. που τίθενται υπόψη τους από τα αρμόδια όργανα του Οργανισμού, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία».
2. α) Η παράγραφος 4 του άρθρου 83 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«4. Θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες για οφειλές του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) προς θεραπευτήρια και ασφαλισμένους του που αφορούν δαπάνες νοσηλείας ασφαλισμένων που εισήχθησαν στα θεραπευτήρια έως 31.12.2011, στα παραστατικά των οποίων έχει τεθεί από τους ελεγκτές ιατρούς επιφύλαξη.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 20 της υπ` αριθμ. 400/106/1979 υπουργικής απόφασης (Β’ 191) εφαρμόζεται για τα πάσης φύσεως θεραπευτήρια του άρθρου 4 της ως άνω υπουργικής απόφασης.»
β) Το άρθρο 40 του π.δ. 78/1998 αντικαθίσταται ως εξής:
«Τις ενστάσεις και αιτήσεις αντιρρήσεων που προβλέπονται κάθε φορά από την κείμενη περί ΟΓΑ Νομοθεσία, εκδικάζουν στην Κεντρική ή στην αρμόδια Περιφερειακή Υπηρεσία του Οργανισμού, σε δημόσια συνεδρίαση, μονομελή δικαιοδοτικά όργανα, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΓΑ από συνταξιούχους ανώτατους ή ανώτερους δικαστικούς λειτουργούς ή εν ενεργεία Εφέτες των Πολιτικών Δικαστηρίων ή Παρέδρους ή Συμβούλους ή Αντιπροέδρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή Παρέδρους ή Συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Οι εν ενεργεία δικαστικοί λειτουργοί ορίζονται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988, Α΄35), όπως εκάστοτε ισχύει.»
γ) Στα κατά την προηγούμενη παράγραφο μονομελή δικαιοδοτικά όργανα εισηγούνται υπάλληλοι του ΟΓΑ που ορίζονται με απόφαση του Διοικητή του ΟΓΑ, χρέη δε γραμματέα εκτελούν υπάλληλοι του Οργανισμού αυτού, που ορίζονται επίσης με απόφαση του Διοικητή του ΟΓΑ.
3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 74 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθώς και των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς μονάδες τεχνητού νεφρού ιδιωτικών κλινικών και μονάδες χρόνιας αιμοκάθαρσης, καθώς και προμηθευτές αυτών, που απορρέουν από προμήθειες οι οποίες διενεργήθηκαν, έως 21 Μαρτίου 2012, για την περίθαλψη των νεφροπαθών ασφαλισμένων του, κατ` εφαρμογή των καταργηθεισών με το άρθρο 37 του ν. 3784/2009 (ΦΕΚ 137 Α`) διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 2955/2001 και των κατ` εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων ή δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή καθ` οιονδήποτε άλλον επείγοντα τρόπο.»
4. Οι διατάξεις των εδαφίων που προστέθηκαν στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του ν. 2458/1997 (Α’ 15), με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 (Α’ 272) καταργούνται.
Οι εκκρεμείς υποθέσεις κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2458/1997, όπως ισχύουν μετά την κατάργηση των διατάξεων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο.