Κατά των αποφάσεων που εκδίδουν οι υπηρεσίες του ΙΚΑ ή των πράξεων επιβολής εισφορών και προστίμων, οι ασφαλισμένοι και οι εργοδότες έχουν το δικαίωμα της ένστασης ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Υποκαταστήματος που τις εξέδωσε.
Η ένσταση ή αίτηση θεραπείας όπως ονομάζεται, υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης ή της πράξης στον ενδιαφερόμενο ασφαλισμένο ή στον εργοδότη ή στον νόμιμο εκπρόσωπο του εργοδότη, όταν πρόκειται για νομικά πρόσωπα (εταιρίες ή υπηρεσίες).
Εξαιρετικά, η προθεσμία αυτή είναι 3μηνη (90 ημερολογιακές ημέρες) για την περίπτωση άσκησης του δικαιώματος της ένστασης κατά απόφασης που εκδόθηκε για συνταξιοδοτικό αίτημα.
Οι παραπάνω προθεσμίες είναι αποκλειστικές, και κατά συνέπεια τυχόν εκπρόθεσμη υποβολή τους κρίνεται κατ' αρχήν ως απαράδεκτη. Σε περίπτωση όμως ανώτερης βίας (πχ λόγοι υγείας του ενδιαφερομένου), κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι επέρχεται αναστολή της λήξης της προθεσμίας, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου.
Επί του εκπροθέσμου μπορεί να αποφανθεί η Τοπική Διοικητική Επιτροπή η οποία εφόσον κρίνει ότι για λόγους ανώτερης βίας καθυστέρησε η υποβολή της αίτησης, έχει την δυνατότητα να αποδεχθεί κατά το τυπικό μέρος την ένσταση και στη συνέχεια να αποφανθεί για το ουσιαστικό μέρος.
Η άσκηση της ένστασης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης ή της πράξης. Κατά συνέπεια η ένσταση που υποβάλλεται δεν παρέχει στον ενιστάμενο το δικαίωμα να αναβάλει την καταβολή των εισφορών. Εάν ωστόσο πρόκειται για ενιστάμενο εργοδότη ο οποίος έχει υποβάλλει ένσταση για καταλογισμό πράξεων, θα πρέπει να καταβάλει το 50% του οφειλόμενου ποσού ή να ρυθμίσει την οφειλή του για να του χορηγηθεί ασφαλιστική ενημερότητα.