Από την επιστημονική ομάδα του forologikanea.gr
Λύση σε ένα ζήτημα που αποτελούσε συχνά αιτία προστριβής μεταξύ των φορολογούμενων και των φορολογικών αρχών δίνει η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων με την εγκύκλιο ΔΕΛ Δ 1168423 ΕΞ 2014/19.12.2014, που αφορά στην παροχή διευκρινίσεων σε θέματα ελέγχου ενδοομιλικών συναλλαγών και εκπρόθεσμης υποβολής της κατάστασης ενδοομιλικών συναλλαγών και του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών.
Όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο:
Με αφορμή ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης αναφορικά με τα ως άνω θέματα, διευκρινίζουμε τα εξής:
1. Η κατάσταση ενδοομιλικών συναλλαγών του άρθρου 26 του ν.3728/2008 (ΦΕΚ Α΄258/18.12.2008), ο συνοπτικός πίνακας πληροφοριών του άρθρου 39Α του ν.2238/1994 (ΦΕΚ Α’ 151/16.09.1994) και του άρθρου 21 του ν.4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170/26.7.2013) δε συνιστούν φορολογικές δηλώσεις κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 18 του ν.4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170/26.7.2013), όπως αυτές ισχύουν, καθόσον από τα στοιχεία που περιλαμβάνουν δε δύναται να προκύψει υποχρέωση καταβολής φόρου.
Κατόπιν των ανωτέρω, για την εκπρόθεσμη υποβολή, τόσο της κατάστασης ενδοομιλικών συναλλαγών όσο και του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ.1 και του άρθρου 19 παρ.3 του ν.4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170/26.7.2013) και μπορούν να υποβληθούν εκπροθέσμως μέχρι την καταχώρηση στα οικεία βιβλία, της κλήσης του άρθρου 62 παρ.4 ή του σημειώματος διαπιστώσεων του άρθρου 28 του ιδίου νόμου.
2. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής των παραπάνω, μετά την 01.01.2014, όταν αφορούν περιόδους μέχρι 31.12.2013, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ.19 του άρθρου 66 του ν.4174/2013 όπως ισχύουν. Εάν αφορούν διαχειριστικές περιόδους που λήγουν από 01.01.2014 και μετά ή φορολογικά έτη που αρχίζουν από 01.01.2014 και μετά για το επιβαλλόμενο πρόστιμο ισχύουν οι διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 4 του ν.2523/1997 (ΦΕΚ Α’ 179/11.9.97), όπως αυτή προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 11 του ν.4110/2013 (ΦΕΚ Α’ 17/23.1.2013) και της παρ.1 του άρθρου 56 του ν.4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170/26.7.2013), αντιστοίχως.
3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.2238/1994 όπως ίσχυαν ανά διαχειριστική περίοδο, οι τυχόν διαπιστωθείσες διαφορές από τη μη τήρηση της «αρχής των ίσων αποστάσεων» προσαυξάνουν τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης ή μειώνουν τη ζημιά που προκύπτει από τα βιβλία της, χωρίς να θίγεται το κύρος αυτών, καθώς και τα ακαθάριστα έσοδά που προκύπτουν από τα βιβλία της προκειμένου να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των οφειλόμενων φόρων, τελών και εισφορών στις λοιπές φορολογίες. Για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στο Φ.Π.Α. ισχύουν τα παρακάτω:
- Οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α (που κυρώθηκε με το ν.2859/2000) ορίζουν ότι, στην Παράδοση αγαθών, στην Ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών, καθώς και στην Παροχή υπηρεσιών, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αντιπαροχή που έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο προμηθευτής των αγαθών ή αυτός που παρέχει τις υπηρεσίες από τον αγοραστή, το λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, προσαυξημένη με οποιοδήποτε παροχή που συνδέεται άμεσα με αυτή.
- Περαιτέρω, οι διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 48 του ιδίου Κώδικα ορίζουν ότι, εφόσον διαπιστώνεται ανεπάρκεια ή ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων, τα οποία τηρεί ο υπόχρεος στο φόρο, αναφορικά με τη φορολογητέα αξία, τα ποσοστά ή τις εκπτώσεις του φόρου, ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. προβαίνει στον προσδιορισμό τους με βάση τα υπόψη του στοιχεία και ιδίως: α. Τα ακαθάριστα έσοδα που προσδιορίζονται ύστερα από έλεγχο στη φορολογία εισοδήματος, τις αγορές και τις σχετικές με το φόρο του παρόντος νόμου δαπάνες,………………….
Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η προσαύξηση των ακαθαρίστων εσόδων μετά από έλεγχο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν.2238/1994 δεν επηρεάζει τον προσδιορισμό του Φ.Π.Α. διότι στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 48 παρ.3 του Κώδικα Φ.Π.Α. επειδή η προσαύξηση αυτή δεν επηρεάζει το κύρος των Βιβλίων και στοιχείων.
Ξεκαθαρίζει το τοπίο
Σχετικά με την παράγραφο 3 παρατηρούμε πως δόθηκε από την Φορολογική Αρχή μια λύση σε ένα ζήτημα που αποτελούσε συχνά αιτία προστριβής μεταξύ των φορολογούμενων και των φορολογικών αρχών. Αξίζει να σημειωθεί πως έχει πλέον απαλειφθεί ο όρος «υπερτιμολόγηση» και «υποτιμολόγηση» και γίνεται λόγος για την μη τήρηση της αρχής των ίσων αποστάσεων.
Η σύνδεση της υπερτιμολόγησης και υποτιμολόγησης του άρθρου 39 του Ν2238/94 με τον ΦΠΑ και την προσαύξηση των φορολογητέων εκροών εμπεριείχε πάντα μια αδυναμία κατανόησης ειδικά στις περιπτώσεις που διαπιστώνονταν από τον φορολογικό έλεγχο υπερτιμολόγηση με την έννοια ότι οι φορολογητέες εκροές ήταν ήδη προσαυξημένες λόγω της υπερτιμολόγησης. Το υπουργείο έρχεται λοιπόν και ξεκαθαρίζει έστω και καθυστερημένα το τοπίο και αποσυνδέει τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν2238/94 από τον προσδιορισμό του ΦΠΑ.
Επισημαίνουμε απλά ότι οι διατάξεις του ΦΠΑ που μνημονεύονται στην παράγραφο 3 ίσχυαν πάντα και είναι απορίας άξιο το γιατί δόθηκε αυτή η διευκρίνιση τώρα.
Η μήπως να πούμε απλά «κάλιο αργά παρά ποτέ»;