Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας και εποπτείας των ευρωπαϊκών τραπεζών δρομολογεί η Κομισιόν, επιδιώκοντας να περιορίσει τα εμπόδια στις διασυνοριακές δραστηριότητες και να απλοποιήσει τους κανόνες, ώστε ο κλάδος να αναπτυχθεί και να ανταγωνιστεί αποτελεσματικότερα τους διεθνείς ομίλους, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η έκθεση της Κομισιόν για την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα και την ενιαία τραπεζική αγορά θέτει στο επίκεντρο τρεις βασικές αδυναμίες. Τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αγοράς κατά μήκος των εθνικών συνόρων, την εφαρμογή των διεθνών προτύπων χωρίς πάντοτε να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι ιδιαιτερότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την υπερβολική πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου.
Για την αντιμετώπισή τους, οι Βρυξέλλες προαναγγέλλουν ένα ευρύ πακέτο νομοθετικών και μη νομοθετικών παρεμβάσεων, οι οποίες θα αφορούν, μεταξύ άλλων, την κατανομή κεφαλαίων και ρευστότητας εντός των διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων, την ασφάλιση των καταθέσεων, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, τη χρηματοδότηση στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, τις επενδύσεις των τραπεζών στο λογισμικό, τις αμοιβές των στελεχών και τις υποχρεώσεις των μικρότερων πιστωτικών ιδρυμάτων.
Οι σχετικές προτάσεις αναμένεται να παρουσιαστούν το πρώτο τρίμηνο του 2027, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, στόχος δεν είναι η απορρύθμιση ούτε η υπονόμευση της ανθεκτικότητας των τραπεζών, αλλά η εξισορρόπηση ανάμεσα στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη δυνατότητα του κλάδου να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη, την καινοτομία και τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρώπης.
Τα εμπόδια στην ενιαία τραπεζική αγορά
Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η διασυνοριακή ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος παραμένει περιορισμένη, καθώς η χρηματοδότηση επιχειρήσεων μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης αντιστοιχεί μόλις στο 16% του συνολικού επιχειρηματικού δανεισμού, ενώ μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση οι περισσότερες τραπεζικές συγχωνεύσεις και εξαγορές πραγματοποιήθηκαν εντός των εθνικών συνόρων.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν τραπεζικοί όμιλοι οι οποίοι είναι μεγάλοι σε σχέση με την οικονομία της χώρας όπου εδρεύουν, αλλά παραμένουν μικροί συγκριτικά με το μέγεθος της ευρωπαϊκής αγοράς και τους διεθνείς ανταγωνιστές τους.
Ένα από τα βασικά προβλήματα που εντοπίζει η Επιτροπή είναι ότι οι διασυνοριακοί όμιλοι υποχρεούνται να τηρούν κεφαλαιακές απαιτήσεις και απαιτήσεις ρευστότητας τόσο σε ενοποιημένο επίπεδο όσο και χωριστά σε κάθε θυγατρική. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΕΚΤ, η άρση ορισμένων από αυτούς τους περιορισμούς θα μπορούσε να απελευθερώσει περίπου 230 δισ. ευρώ σε υψηλής ποιότητας ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού, τα οποία σήμερα παραμένουν δεσμευμένα στις επιμέρους θυγατρικές.
Η Κομισιόν σχεδιάζει να προτείνει μέτρα για την αποτελεσματικότερη κατανομή κεφαλαίων και ρευστότητας εντός των ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων, δίνοντας στις αρμόδιες εποπτικές αρχές τη δυνατότητα να διασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις τηρούνται σε επίπεδο μητρικής εταιρείας και ότι οι θυγατρικές λαμβάνουν εγκαίρως τους αναγκαίους πόρους, τόσο υπό κανονικές συνθήκες όσο και σε περιόδους κρίσης.
Παράλληλα, προαναγγέλλεται η ενιαία κανονιστική αντιμετώπιση των ενδοομιλικών συναλλαγών, είτε αυτές πραγματοποιούνται στο εσωτερικό μιας χώρας είτε μεταξύ διαφορετικών κρατών-μελών, ενώ η Επιτροπή δηλώνει ότι θα παρεμβαίνει όταν εθνικές αποφάσεις για τραπεζικές συγχωνεύσεις και εξαγορές περιορίζουν αδικαιολόγητα την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, την κίνηση κεφαλαίων και την εγκατάσταση επιχειρήσεων στην ενιαία αγορά.
Νέα πρόταση για την προστασία των καταθέσεων
Η μεγαλύτερη ελευθερία στη μεταφορά πόρων εντός των διασυνοριακών ομίλων θα συνοδευτεί από δικλίδες προστασίας για τους καταθέτες και τις εθνικές οικονομίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα αντικαταστήσει την πρόταση του 2015 για το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων με μια νέα πρωτοβουλία, η οποία θα επιδιώκει να απλοποιήσει τη δομή της ασφάλισης καταθέσεων και να αποσαφηνίσει την κατανομή των ευθυνών και της χρηματοδότησης σε περίπτωση τραπεζικής κρίσης.
Σκοπός είναι η κατάρρευση ενός διασυνοριακού ομίλου να μη δημιουργεί δυσανάλογες υποχρεώσεις για τα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων ή τους κρατικούς προϋπολογισμούς, διασφαλίζοντας παράλληλα ισότιμη προστασία των καταθέσεων σε ολόκληρη την Τραπεζική Ένωση.
Προβλέπονται ακόμη παρεμβάσεις για περισσότερο προβλέψιμες στρατηγικές εξυγίανσης των τραπεζικών ομίλων, καθώς και για την ενίσχυση των μηχανισμών που θα μπορούν να παρέχουν ρευστότητα κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας εξυγίανσης.
Αλλαγές στις κεφαλαιακές απαιτήσεις και στη χρηματοδότηση
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η Επιτροπή στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται στην Ευρώπη τα διεθνή τραπεζικά πρότυπα, καθώς, όπως επισημαίνεται, η ΕΕ έχει υιοθετήσει πιστά τους διεθνείς κανόνες και σε ορισμένες περιπτώσεις τούς έχει επεκτείνει σε όλες τις τράπεζες και σε όλα τα επίπεδα ενοποίησης, παρότι αρχικά σχεδιάστηκαν κυρίως για μεγάλα και διεθνώς ενεργά πιστωτικά ιδρύματα.
Οι Βρυξέλλες θα παρουσιάσουν προτάσεις για το λεγόμενο output floor, δηλαδή το κατώτατο όριο που περιορίζει τη δυνατότητα των τραπεζών να μειώνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις μέσω εσωτερικών μοντέλων υπολογισμού του κινδύνου, εξετάζοντας ειδικότερα τις επιπτώσεις στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων χωρίς πιστοληπτική αξιολόγηση και στη στεγαστική πίστη.
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι οι απαιτήσεις για τα στεγαστικά δάνεια μπορούν να επηρεάσουν την πρόσβαση των νοικοκυριών στη χρηματοδότηση κατοικίας, αλλά επισημαίνει ότι η αύξηση των στεγαστικών χορηγήσεων σε αγορές με περιορισμένη προσφορά ακινήτων μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές και να επιδεινώσει το πρόβλημα της προσιτής στέγης.
Η Επιτροπή θα επανεξετάσει, επίσης, την κανονιστική μεταχείριση των εξειδικευμένων χρηματοδοτήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται τα έργα υποδομών και ενεργειακής μετάβασης, καθώς και της χρηματοδότησης του εμπορίου, ώστε οι ευρωπαϊκές τράπεζες να μπορούν να στηρίζουν αποτελεσματικότερα τις επιχειρήσεις και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Παράλληλα, θα διερευνηθούν τρόποι βελτίωσης της πρόσβασης σε δανεισμό για καινοτόμες επιχειρήσεις που βασίζονται σε άυλα περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εξασφαλίσεις με τον ίδιο τρόπο όπως τα υλικά περιουσιακά στοιχεία.
Λογισμικό, αμοιβές στελεχών και μικρότερες τράπεζες
Στο μικροσκόπιο της Κομισιόν μπαίνει και η μεταχείριση των επενδύσεων των τραπεζών σε λογισμικό, καθώς οι σημερινοί κανόνες προβλέπουν ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των δαπανών αφαιρείται από τα βασικά εποπτικά κεφάλαια. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται ότι αντιμετωπίζει το λογισμικό περισσότερο ως κόστος παρά ως επιχειρηματικό περιουσιακό στοιχείο και ενδέχεται να τοποθετεί τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε μειονεκτική θέση έναντι διεθνών ανταγωνιστών.
Η Επιτροπή θα προτείνει αναθεώρηση του σχετικού πλαισίου, ώστε να δημιουργούνται τα κατάλληλα κίνητρα για επενδύσεις στην καινοτομία και την ψηφιακή ανθεκτικότητα, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τους νέους κινδύνους που συνδέονται με την τεχνολογία, την κυβερνοασφάλεια και την τεχνητή νοημοσύνη.
Εξετάζονται ακόμη αλλαγές στους κανόνες αμοιβών των στελεχών που αναλαμβάνουν ουσιώδεις κινδύνους, με στόχο να περιοριστούν η πολυπλοκότητα και οι επιβαρύνσεις, να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις στις δομές αμοιβών και να διευκολυνθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες στην προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού, χωρίς να δημιουργούνται κίνητρα για υπερβολική ανάληψη κινδύνων.
Για τις μικρές και λιγότερο σύνθετες τράπεζες προβλέπεται ένα σαφέστερο και απλούστερο καθεστώς, με προσαρμοσμένες απαιτήσεις σε επίπεδο προληπτικής εποπτείας, μακροπροληπτικής πολιτικής και εξυγίανσης. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών, αλλά συχνά επιβαρύνονται δυσανάλογα από την πολυπλοκότητα των κανόνων.
Λιγότερη γραφειοκρατία χωρίς απορρύθμιση
Ένας ακόμη βασικός άξονας αφορά την απλοποίηση των εποπτικών και κανονιστικών απαιτήσεων, καθώς οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις έχουν δημιουργήσει επικαλύψεις, ασυνέπειες και αυξημένο κόστος συμμόρφωσης. Οι υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων έχουν γίνει, σύμφωνα με την έκθεση, ιδιαίτερα δαπανηρές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι τράπεζες καλούνται να αναφέρουν τα ίδια ή παρόμοια δεδομένα σε διαφορετικές αρχές.
Η Κομισιόν προσανατολίζεται σε ένα περισσότερο ενοποιημένο σύστημα προληπτικής, στατιστικής και εξυγιαντικής πληροφόρησης, το οποίο θα βασίζεται σε κοινό λεξικό δεδομένων. Παράλληλα, εξετάζει την αφαίρεση επικαλύψεων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις του Πυλώνα 2 και την απλοποίηση των κανόνων για τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.
Η ίδια διευκρινίζει ότι η απλοποίηση δεν πρέπει να οδηγήσει σε αποδυνάμωση της εποπτείας, καθώς η ανθεκτικότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση της ανταγωνιστικότητας. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες εμφανίζουν πλέον ισχυρές κεφαλαιακές θέσεις και διατηρούν την κερδοφορία τους σε υψηλά επίπεδα, με την απόδοση ιδίων κεφαλαίων να διαμορφώνεται στο 10,5% στα τέλη του 2025. Παρ’ όλα αυτά, οι αποτιμήσεις τους εξακολουθούν να υπολείπονται εκείνων των αμερικανικών τραπεζών, γεγονός που η έκθεση συνδέει, μεταξύ άλλων, με τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αγοράς και τις αμφιβολίες των επενδυτών για τη διατηρησιμότητα της κερδοφορίας.
Όπως ανέφερε η επίτροπος Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών και Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, Μαρία Λουίς Αλμπουκέρκε, η απλοποίηση και η μεγαλύτερη αναλογικότητα των κανόνων είναι σημαντικές, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάζονται, όπως τόνισε, τις κατάλληλες συνθήκες για να μεγαλώσουν, να προχωρήσουν σε ενοποίηση και να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που προϋποθέτει την άρση των εμποδίων στην ενιαία τραπεζική αγορά και την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης.